Monday, July 31, 2017

ΚΑΛΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ: 12ος Πίθηκος - Υπήρχαν Πράγματα



Το Βιβλιοκαφέ πάει διακοπές -  Όλη η ομάδα - Ο παλιός θέλει ν' αράξει με εφημερίδες και πεύκα - Οι νέοι θέλουν νύχτα και Socialization - Πάντα βιβλία - Πάντα ξεκούραση - Πάντα κουλτούρα - Πάντα διασκέδαση - Όλα μαζί και το καθένα ξεχωριστά.
Ραντεβού τον Σεπτέμβρη!
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, July 27, 2017

Miguel de Unamuno, “Η θεία Τούλα”

Μια παράξενη φυσιογνωμία. Παρθένος και μητέρα, θεία και μητριά. Χωρίς εγώ αλλά με έντονο το πνεύμα της κηδεμονίας. Με μια ανιδιοτέλεια που γίνεται καταπίεση.


Miguel de Unamuno
“La Tίa Tula”
1921
“Η θεία Τούλα”
μετ. Κ. Παλαιολόγος
εκδόσεις Gutenberg -2017


“Το μυθιστόρημα του Δον Σανδάλιο, σκακιστή” μάς το σύστησε ο γηραιός Πατριάρχης Φώτιος, επειδή ο ίδιος είναι δεινός σκακιστής, αλλά εγώ το αγάπησα για άλλους λόγους. Και τώρα που ξανασυνάντησα τον Unamuno ήθελα να δω αν είναι όντως τόσο εξαιρετικός master της αφήγησης, όπως τον πρωτογνώρισα. 


Η Tula, ή αλλιώς Gertrudis, θέλει να παντρέψει την αδελφή της Rosa με τον Ramiro. Καθώς οι δυο νέοι συνδέονται, πιέζει το ζεύγος να οδηγηθεί στον γάμο. Κι απ’ την αρχή η πρωταγωνίστρια φαίνεται ισχυρή προσωπικότητα. Φαίνεται να χειραγωγεί την αδελφή της και τον γαμπρό της. Να τους οδηγεί με πίεση στον γάμο, να τους μανιπουλάρει στην τεκνοποιία, μέχρι να κάνουν τρία παιδιά. Ακόμα κι ο θάνατος της Rosa μοιάζει να χειραγωγήθηκε απ’ την Tula. Αυτή μίλησε πειστικά στην αδελφή της για την τύχη των παιδιών της, αν αυτή πεθάνει, όπως και έγινε. Κι έτσι ένας άβουλος Ramiro και τρία μικρά παιδιά βρίσκονται τελικά υπό την απόλυτη κηδεμονία, κυριολεκτικά και μεταφορικά, της θείας Tula. Στο τέλος μένει η θεία με πέντε ανίψια που τα μεγαλώνει σαν παιδιά της.

Στο πρόσωπο της Tula συναιρούνται ποικίλοι ρόλοι. Η παρθένος κοπέλα που συναντά τη στοργική μητέρα. Η αυστηρή και σοβαρή γυναίκα που αγαπάει τα ανίψια της ανυστερόβουλα. Η θεία που δεν θέλει να γίνει μητριά. Η κουνιάδα που φλερτάρει με τον ρόλο της συζύγου του Ramiro. Στο πρόσωπό της διασταυρώνονται κοινωνικοί ρόλοι. Η αγνότητα διαγκωνίζεται με τη μύχια σεξουαλικότητα. Ο περίκλειστος χαρακτήρας ισορροπεί με την ανάγκη για δόσιμο. Η θρησκευτικότητα κοντράρεται με την αιρετική σκέψη. Γράφει σε ένα σημείο ο Unamuno ότι η Tula είναι μια αγία που φτιάχνει γύρω της αμαρτωλούς. Ή μάλλον μια αμαρτωλή που προσπαθεί να φτιάξει αγίους! Sin and Sanctity. Η πρωταγωνίστρια είναι γεμάτη δύσκολες ισορροπίες και εσωτερικές αντιφάσεις. Κι αυτό δημιουργεί μια τραγικότητα, που οδηγεί σε παράξενες αποφάσεις.

Το έργο έχει έντονα θεατρικά στοιχεία. Πολλούς διαλόγους, πολλές σκηνές, πολλά επεισόδια που καταλήγουν στον θάνατο. Προχωράει κλιμακωτά. Κι η δράση δεν είναι καθόλου αμελητέα, αφού συνεχώς γίνονται πράγματα. Όμως ο συγγραφέας μέσα από τη δράση οδηγεί τη σκέψη στον ψυχισμό των ηρώων του. Κι εκεί παίζεται το game.


Λίγες οι φορές που ένας κλασικός συγγραφέας με αφήνει σχετικά διστακτική. Ψυχικό βάθος στους χαρακτήρες αλλά και αίσθηση ενός κενού. Μαεστρία στον χειρισμό του θέματος αλλά και μια ταχύτητα. Το σημαντικότερο και μαζί το πιο συγκλονιστικό είναι η απουσία φυσικών περιγραφών και προσδιορισμών. Κλείνω λοιπόν το βιβλίο με την αίσθηση όλου του ψυχικού κόσμου της Tula. Η οποία ξεδιπλώνει όλες τις paternalistic επιδιώξεις της, τα θέλω και τα πρέπει σε κάθε της σκέψη ή λόγο. Κι ενώ δεν ξέρουμε τίποτα για την υπόλοιπη ζωή της, ούτε για το σπίτι, τη δουλειά, την κοινωνία, διερευνούμε μέχρι αγανακτήσεως με τις εμμονές της κάθε της ψυχικό παλμό. I cant stand her stubbornness. Δεν την μισούμε αλλά δεν την αγαπάμε κιόλας. Μένει κλεισμένη στα προσωπικά της πρέπει και καταπιέζει συχνά και τους άλλους.

> Ο Μιγκέλ ντε Ουναμούνο (Μπιλμπάο, 1864 - Σαλαμάνκα, 1936) υπήρξε Ισπανός μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ουμανιστής φιλόσοφος. Προερχόμενος από αστική καθολική οικογένεια, σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης και διορίστηκε καθηγητής αρχαίων ελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα (και πρύτανής του, μεταξύ 1900-1914 και 1930-1936). Το 1914 παύθηκε από τη θέση του, εξαιτίας της αντίθεσής του προς τη συντηρητική κυβερνητική πολιτική, αφενός, και των αμφιβολιών του σχετικά με τον βαθιά ριζωμένο στην Ισπανία καθολικισμό, αφετέρου, που εξέφραζε με τα έργα του. Το 1923 το δικτατορικό καθεστώς του Πρίμο ντε Ριβέρα τον εξόρισε στις Κανάριες Νήσους, απ' όπου διέφυγε στη Γαλλία, όπου έμεινε μέχρι την πτώση της δικτατορίας του Ριβέρα, το 1930, για να επιστρέψει μετά στο Πανεπιστήμιο. Μοντερνιστής, μέλος της λεγόμενης "Γενιάς του 1898" (μαζί με τους Αντόνιο Ματσάδο, Αζορίν, Πίο Μπαρόχα, Ραμόν δελ Βάλλιε-Ινκλάν, κ.ά.), ο Ουναμούνο θεωρείται από τους σημαντικότερους Ισπανούς συγγραφείς του 20ου αιώνα. Το έργο του απεικονίζει την πάλη ενός ανθρώπου που θέλει αλλά δεν μπορεί να πιστέψει στον Θεό και, ταυτόχρονα, δυσπιστεί απέναντι στην επιστήμη και στη λογική. Το πιο γνωστό του μυθιστόρημα, "Άμπελ Σάντσεθ: Μια ιστορία πάθους", μια σύγχρονη εκδοχή της ιστορίας του Κάιν και του Άβελ, αποτελεί μια ανατομία του φθόνου. Στο δε μυθιστόρημά του, "Καταχνιά", ο ήρωας του έργου εξεγείρεται κατά του συγγραφέα ο οποίος σχεδιάζει να τον θανατώσει, όπως ακριβώς ο καταδικασμένος σε θάνατο άνθρωπος εξεγείρεται κατά του Θεού για τη μοίρα του.
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, July 23, 2017

“Νυχτερινές ικεσίες” του Santiago Gamboa

Αστυνομικό και κοσμοπολίτικο, πολιτικό και πολυφωνικό, γραμμένο με τέχνη και διαβασμένο με άνεση και με ενδιαφέρον. Γιατί μια γυναίκα της Κολομβίας γίνεται πόρνη στην Ιαπωνία; Και τι κάνει ο αδελφός-της για να τη βρει;



Santiago Gamboa
“Plegarias nocturnas”
2012

“Νυχτερινές ικεσίες”
μετ. Β. Κνήτου
εκδόσεις Πόλις -2017


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή “ο Σαντιάγο Γκαμπόα και ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες είναι οι σημαντικότεροι Κολομβιανοί συγγραφείς”, κατά τον Μανουέλ Βάσκες Μονταλμπάν.

Καθώς το διάβαζα:
            Ο πρωταγωνιστής δεν είναι ο αφηγητής. Ο βασικός αφηγητής είναι ο ερευνητής. Κλειδί στην υπόθεση είναι η αδελφή του πρωταγωνιστή. Το έργο ξεκινά αστυνομικό, αλλά συνεχίζει ως κοινωνικό. Γράφεται από έναν Κολομβιανό, αλλά έχει κοσμοπολίτικο χρώμα. 
            Αλλά ας τα πάρουμε με τη σειρά:
            Ο αφηγητής είναι πρόξενος της Κολομβίας στο Νέο Δελχί, όταν εντέλλεται να μεταβεί στην Μπαγκόνγκ για να αναλάβει την υπόθεση του Μανουέλ Μανρίκε, φοιτητή της φιλοσοφίας, που συνελήφθη με ναρκωτικά. Ανακαλύπτει ότι ο νεαρός είναι αθώος και κάποιος του φόρτωσε τα ναρκωτικά, ενώ εκείνος αναζητούσε την αδελφή-του Χουάνα που ζούσε ως κολ-γκερλ στο Τόκιο. Έτσι, ο πρόξενος ξεκινά επαφές και ταξίδια από το Δελχί στην Ταϊλάνδη, στο Τόκιο, στην Τεχεράνη, ώστε να βοηθήσει στην απελευθέρωση του Μανουέλ.
            Αυτός είναι ο κλειστός κύκλος της αστυνομικής ιστορίας, που κάνει την ανάγνωση ενδιαφέρουσα και μας κρατάει σε εγρήγορση. Ο ευρύτερος όμως κύκλος περιλαμβάνει την ολοκληρωτική κυβέρνηση του Ουρίμπε στην Κολομβία, τη μοίρα των Λατινοαμερικανών γυναικών που πέφτουν θύματα trafficking, τη διακίνηση ναρκωτικών από την Κολομβία ολούθε στον κόσμο, όλα δηλαδή όσα ξέρουμε για τη χώρα της Νότιας Αμερικής, ενσελιδωμένα σε ένα καλογραμμένο βιβλίο που συνδυάζει οικουμενικότητα, ταξίδια και νέες πόλεις, κοινωνική κριτική και μυστήριο.
            Ο τρόπος γραφής του Gamboa είναι στρωτός και ατάραχος, που προχωρά χωρίς εμπόδια την ιστορία, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι ρηχός, δεν είναι επίπεδος, αφού ελίσσεται ανάμεσα στην αφήγηση και στις σκέψεις του αφηγητή. Ακολουθεί την αστυνομική πορεία, αλλά ταυτόχρονα διασπάται, τόσο από την ιστορία του ίδιου του Μανουέλ που πιάνει το νήμα από τη ζωή-του στην Μπογκοτά μέχρι την εξαφάνιση της Χουάνα, όσο και από τις αινιγματικές “Σημειώσεις της δια-δικτυακής”. Αυτές οι παράλληλες γραμμές περιτριγυρίζουν την ιστορία από διάφορες μεριές και συμπληρώνουν τα κενά, αλλά και τον τρόπο σκέψης των ηρώων.
            Όσο το βιβλίο ολοκληρώνεται και με τη μαρτυρία της ευρεθείσας Χουάνα, τόσο συνειδητοποιούσα ότι το έργο έχει κατά βάση πολιτικό χαρακτήρα. Η αδελφή του Μανουέλ δεν έγινε πόρνη επειδή χρειαζόταν χρήματα (και γι’ αυτό βέβαια, προκειμένου να σπουδάσει τον αδελφό-της), αλλά πρώτιστα ως πράξη αντίστασης στο καθεστώς, ως προσεταιρισμό των συμβούλων, αξιωματικών και παρατρεχάμενων του Ουρίμπε, ώστε να μαθαίνει από πρώτο χέρι τα καθέκαστα. Και από αυτό βρέθηκε μπλεγμένη, ώστε να επιλέξει τη φυγή στην Ιαπωνία. Η όλη-της καριέρα στίζεται με εικόνες και ειδήσεις από τις ειδεχθείς πράξεις του καθεστώτος και τις παρασκηνιακές λαμογιές με εμπόρους ναρκωτικών και άλλους αρριβίστες της χώρας, που ζούσαν με χλιδή, γυναίκες και ναρκωτικά.


Αφού το διάβασα:
            Μου άρεσε. Αστυνομικό με προεκτάσεις. Στρωτή γραφή. Γερή δομή. Καλά τοποθετημένα τα πιόνια πάνω στη σκακιέρα. Από την Κολομβία ως τη Νοτιοανατολική Ασία. Άνετο όσο και σκληρό.

[Δημοσιεύτηκε στο In2life στις 11.7.2017]

Ο Σαντιάγο Γκαμπόα γεννήθηκε το 1965 στην Μπογκοτά. Σπούδασε Φιλολογία στο Χαβεριανό Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά. Στη συνέχεια, έφυγε για την Ευρώπη και έζησε στη Μαδρίτη, όπου πήρε το πτυχίο της Ισπανικής Φιλολογίας από το Πανεπιστήμιο Complutense, και στο Παρίσι, όπου σπούδασε Κουβανική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα "Paginas de vuelta, Perder es cue-ction de metodo" -γυρίστηκε σε ταινία από τον σκηνοθέτη Σέρχιο Καμπρέρα και έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά με τον τίτλο "Το να χάνεις είναι ζήτημα μεθόδου", εκδ. Opera)-, "Tragedia del hombre que amaba en los aeropuertos", "Vida feliz de un joven llamado Esteban", "El cerco de Bogota", "El sindrome de Ulises"· (φιναλίστ για το βραβείο Romulo Gallegos, για το βραβείο Medicis για το καλύτερο ξένο μυθιστόρημα στη Γαλλία και για το βραβείο Casino de Povoa στην Πορτογαλία), "Hotel Pekin" και "Necropolis" (βραβείο La Otra Orilla). Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε δεκαεπτά γλώσσες.

Πατριάρχης Φώτιος 

Wednesday, July 19, 2017

“Εκουατόρια” του Μιχάλη Μοδινού

Βαθιά στην Αφρική, στη συνέχεια του Αμπάι, σαν όαση μέσα στη ζούγκλα, χτίζεται μια ουτοπία που θα ήθελε να αλλάξει τον ρου της ντόπιας ιστορίας.


Αφρικάνικος καφές με γεύση μπανάνα:

Μιχάλης Μοδινός
“Εκουατόρια”
εκδόσεις Καστανιώτης
2016
 


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή μού άρεσε ο τίτλος, επειδή μου άρεσε το εξώφυλλο και επειδή μου θύμισε, απ’ όσο είδα αμυδρά στο οπισθόφυλλο, τον “Μεγάλο Αμπάι” (2007), έργο με τον οποίο ο συγγραφέας εισήλθε δυναμικά στον χώρο της λογοτεχνίας.

Καθώς το διάβαζα:
            Ο αφηγητής είναι ένας Έλληνας της Αλεξάνδρειας που έζησε για καιρό στη Ζανζιβάρη, όπου έκανε επιχειρήσεις και γνώρισε καλύτερα την Αφρική. Το όνομά του Μιχαήλ Μοδινός (!), απόγονος του Ευστράτιου Ταταράκη, που πρωταγωνιστούσε στον “Μεγάλο Αμπάι” δίπλα στον εξερευνητή των πηγών του Νείλου Τζέημς Μπρους. Ο τωρινός Έλληνας αφηγητής είναι αυτήκοος μάρτυρας της ανόδου του Νείλου από τον Σάμουελ Μπέηκερ, Άγγλο ευγενή και εξερευνητή που περιηγήθηκε στην Αφρική μέχρι την Εκουατόρια μέσα στον 19ο αιώνα. Και το ωραίο είναι πως σε μερικά σημεία γίνεται και αναγνώστης των βιβλίων του Μπέηκερ, μέσα από τα οποία μας μεταφέρει και άλλες λεπτομέρειες.
            Κι έπειτα ο Γκόρντον, ο ασκητικός διοικητής, και μετά ο Εμίν πασάς, Γερμανός στην καταγωγή αξιωματούχος της οθωμανικής κυβέρνησης, που ανέλαβε την ηγεσία της Εκουατόρια. Η περιοχή σταδιακά τιθασεύεται, οργανώνεται, το δουλεμπόριο περιορίζεται, η πρωτεύουσα Γκοντοκόρο κι έπειτα η Λάντο θωρακίζεται, επιχειρείται αργότερα να βρεθεί πέρασμα προς τα εκεί, όχι από την κοιλάδα του Νείλου, αλλά από τη θάλασσα μέσω Κένυας, δημιουργείται εν ολίγοις μια ουτοπική κοινωνία, πολυπολιτισμική, αθώα, με λιγοστά κρούσματα βίας, με ελευθερία και ομαλότητα.
            Απειλή θα μπορούσε να είναι ο Μαχντί, ισλαμιστής μεσσίας που ένωσε τις φυλές και τους στρατούς των δουλεμπόρων σε ένα κοινό μουσουλμανικό όραμα, σε μια τζιχάντ που εξαπέλυσε ορμητικές εφόδους και απέσπασε το Σουδάν από την αιγυπτιακή-βρετανική κυριαρχία, νίκησε τον Γκόρντον, κατέκτησε το Χαρτούμ, έσφαξε χιλιάδες κόσμο, επέβαλε με την άκρατη βία τη σημαία του προφήτη και δοκίμασε να σφετεριστεί και την Εκουατόρια.
            Όλο το μυθιστόρημα είναι ένα κράμα μυθοπλασίας, ιστορίας, επιστήμης, χρονικού και ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, που πιάνει ποικίλων ειδών αναγνώστες. Πλείστα ιστορικά γεγονότα που άλλαξαν τον κόσμο όπως η διώρυγα του Σουέζ αναμειγνύονται με τη φυσιολατρία και τις περιηγητικές περιγραφές και πλαστοί ήρωες συναντούν πραγματικά πρόσωπα σε μια αφρικανική περιπέτεια που βρίσκει τη Μαύρη Ήπειρο στη φάση της σταδιακής απο-αποικιοποίησης. Οι σκηνές σαφάρι συναντούν την κατάργηση του δουλεμπόριου και ο ισλαμισμός στην Ανατολική Αφρική συναντά τους Ευρωπαίους αριστοκράτες.
            Αν θελήσει κανείς να κοιτάξει πίσω από την εξωτική ατμόσφαιρα και την τοπιογραφική-ιστορική αφήγηση, θα καταλήξει στο ότι το κεντρικό δίπολο του βιβλίου είναι η ιδανική Εκουατόρια απέναντι στο τζιχαντιστικό Σουδάν. Από τη μία μια παραδείσια επικράτεια κι από την άλλη μια αιμοβόρα αυτοκρατορία, από τη μια ένας ου-τοπικός χώρος όπου το πραγματικό αρτύνεται με το φανταστικό κι από την άλλη μια απηνής ιδεολογία που σκοτώνει ό,τι δεν ενσωματώνει. Πιθανόν ο συγγραφέας Μοδινός να θέλει να παραλληλίσει τον κόσμο της δεκαετίας του 1880 με τον δικό-μας και να εγγράψει μέσα στον αφρικανικό ισλαμισμό τον προβληματισμό των αρχών του 21ου αιώνα για την τζιχαντιστική απειλή.


Αφού το διάβασα:
            Η αναζήτηση της βαθιάς Αφρικής εξάπτει το ενδιαφέρον, αλλά συνάμα περιορίζει το εύρος της ιστορίας στην επιτελεσμένη πραγματικότητα. Ευτυχώς, αυτό σπάει με τις αλλαγές που επινοεί ο Μοδινός και δίνει στο έργο μυθιστορηματική διάσταση.
[Δημοσιεύτηκε στο in2life την 27η Ιουνίου 2017]

Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία, 2013.

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, July 14, 2017

John Williams, “Ο Στόουνερ”

Ένα campus novel που περιλαμβάνει διδασκαλία και διαμάχες, έρωτα και μαθήματα, οικογενειακή και πανεπιστημιακή ζωή. Κι ένας καθηγητής που φαίνεται μαζί ανθρώπινος και ακέραιος.


John Williams
“Stoner”
Viking Press -1965

“Ο Στόουνερ”
μετ. Α. Δημητριάδου
Gutenberg -2017



Πολύς ντόρος για το μυθιστόρημα. Κι επειδή ήθελα και θέλω ν’ απλωθώ στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ν’ αφήσω πίσω μου την πατριαρχικοφωτική προσήλωση στην ελληνική πεζογραφία, ανοίχτηκα σε τέτοια κλασικά έργα.

Αυτό που ερεθίζει αρχικά, σαν ανάποδη διαφήμιση, είναι η αρχική δήλωση ότι ο Stoner δεν πέτυχε κάτι φοβερό στη ζωή του. Τότε γιατί μας ενδιαφέρει; Και πώς μπορεί ο Williams να φτιάξει ένα δυναμικό μυθιστόρημα πάνω σε έναν “αδύναμο” χαρακτήρα;

Ο πρωταγωνιστής William Stoner ξεκινά από μια πάμφτωχη οικογένεια. Ξεκινά να σπουδάσει γεωπονική, αλλά στην πορεία τον κερδίζει η λογοτεχνία. Παίρνει πτυχίο κι αντί να γυρίσει στους γονείς του συνεχίζει με μεταπτυχιακές σπουδές. Δεν κατατάσσεται στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Αρχίζει να διδάσκει στο πανεπιστήμιο και γίνεται σταδιακά μέλος του προσωπικού του. Ώσπου ερωτεύεται την Edith, κόρη τραπεζίτη. Την παντρεύεται μάλιστα και κάνουν ένα κοριτσάκι, την Grace. Αλλά ο γάμος τους ποτέ δεν έδεσε και η οικογενειακή εστία ήταν πάντα μια βαλτώδης κατάσταση.

Η γραφή του Williams κερδίζει πόντους από την αρχή. Λαγαρή, σαφής, ομαλή. Όμως, αν και δημοσιευμένο το 1965, το κείμενο μοιάζει πολύ κλασικό, σαν να είναι γραμμένο τον 19ο αιώνα, με μηδαμινές μορφολογικές καινοτομίες. Ευθύγραμμη πορεία αφήγησης, καθόλου αμφιλεγόμενοι χαρακτήρες, ξεκάθαρα εξωτερικά περιγράμματα… Κι αυτό γρήγορα φτάνει στα όριά του το λογοτεχνικό δυναμικό του μυθιστορήματος, κουράζοντας τον αναγνώστη. Μπορεί ο τελευταίος να περιμένει μια κορύφωση, μια ανατροπή, μια εμβάθυνση;

Κι όντως αυτή έρχεται. Έρχεται όταν το έργο, από δράμα οικογενειακής ζωής μετατρέπεται σε campus novel. Οι Αγγλοσάξονες ξέρουν από αυτά. Οι διαμάχες στα πανεπιστήμια, οι intrigues, η ατμόσφαιρα των campus, οι προσωπικές διενέξεις. Θυμάμαι στο Nottingham, όταν περιφερόμουν στο πανεπιστήμιο, ότι ένιωθα μια ενέργεια να με παροτρύνει να γράψω κι εγώ ένα μυθιστόρημα μυστηρίου. Εδώ, αντίστοιχα, ο Williams σκηνοθετεί μια διαμάχη ανάμεσα στον Stoner και έναν άλλο καθηγητή, τον Lomax. Η κορύφωση της αντιζηλίας είναι εξαιρετική. Αλλά ακόμα σημαντικότερη είναι η ανάδειξη της ακέραιας φυσιογνωμίας του ήρωα, που μένει πιστός στο καθήκον του και στις αρχές του, χωρίς υπερβολές και χωρίς τυπολατρία. Στις σελίδες της σύγκρουσης το κείμενο αποκτά μια φλογερή γοητεία, πάντα φυσικά στο πνεύμα της ήρεμης οξύτητας και της ελεγχόμενης έκρηξης.

Κι έπειτα τα δύο μέρη συγκλίνουν ομαλά. Η συζυγική στασιμότητα συναντά την ένταση του πανεπιστημίου, η οικογενειακή αποτελμάτωση την πανεπιστημιακή εχθρότητα. Κι έτσι γεννιέται ο έρωτας του Stoner για την Katherine Driscoll, τη νεαρή επιμελήτρια που βρέθηκε στο σεμινάριό του.


Ακόμα και η ερωτική περιπέτειά του, ακόμα και η διαμάχη του με τον Lomax δεν ήταν τα τελικά στάδια της κορύφωσης. Αυτή επέρχεται όταν μέσα από τα προηγούμενα καταλάβουμε την ακέραια συνείδηση του Stoner ως δασκάλου. Κρατάμε αυτή τη λέξη, που την υπηρέτησε με πάθος. Δεν έγινε μεγάλος συγγραφέας. Δεν έγινε ανώτερο διοικητικό στέλεχος του Πανεπιστημίου. Έγινε όμως δάσκαλος, με αποφασιστικότητα και επιμονή, με αρχές και με νεύρο. Μέχρι τον θάνατό του.
            Το βιβλίο φτάνει μέχρι τη συγκίνηση. Οδηγεί σε μια μεθοδική κορύφωση. Ολοκληρώνει τη σταδιοδρομία του Stoner με crescendo. Κι έτσι κερδίζουμε μια ολοκληρωμένη μυθιστορηματική persona, που αφήνει έντονα τα σημάδια της.
Πατριάρχης Φώτιος


Sunday, July 09, 2017

Γιανίκ Γκρανέκ, “Η θεά των μικρών θριάμβων”

Κουρτ Γκέντελ (1906 – 1978): μεγάλος Αυστριακός μαθηματικός και φιλόσοφος της λογικής, που μετανάστευσε στην Αμερική. Ο στοχασμός-του δεν ήταν μονόπλευρα τεχνοκρατικός, αλλά προέβη και σε ευρύτερες φιλοσοφικές συλλήψεις, παρόλο που ως άνθρωπος ήταν μονόχνοτος.


Yannick Grannec
“La Déesse des petits victoires”
Paris -2012

Γιανίκ Γκρανέκ
“Η θεά των μικρών θριάμβων”
μετ. Τ. Μιχαηλίδης
εκδόσεις Αλεξάνδρεια -2016


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή από τότε που σπούδαζα στη Γεωπονική, ελκόμουν από τους μεγάλους θετικούς επιστήμονες, που αφιέρωσαν όλη τη φαιά ουσία-τους στην επιστήμη-τους.

Καθώς το διάβαζα:
            Η Γαλλίδα συγγραφέας καταπιάνεται με μια σύγχρονη τάση της Ιστορίας, να αναζητούν τη γυναίκα πίσω από τους μεγάλους άνδρες, και γι’ αυτό αναφέρεται στην Αντέλ Γκέντελ, τη σύζυγο του μεγάλου μαθηματικού Κουρτ Γκέντελ (Kurt Gödel).
            Στην ουσία το κείμενο θέτει σε αντικατοπτρισμό δύο χρονικά επίπεδα, το τώρα του 1980 και το τότε των δεκαετιών 1930-1970. Τώρα η Αντέλ είναι στο γηροκομείο και την επισκέπτεται τακτικά η νεαρή Άννα, για να την πείσει να δώσει το αρχείο του άνδρα-της στον ερευνητικό κέντρο το οποίο εκπροσωπεί. Τότε η νεαρή χορεύτρια Αντέλ σχετίζεται με τον ανερχόμενο Κουρτ, τον παντρεύεται και, όταν οι ναζί γίνονται απειλητικοί, εγκαταλείπουν τη Βιέννη και καταφεύγουν, όπως και πολλοί άλλοι, στην Αμερική.
            Το παρόν λοιπόν χαρακτηρίζεται από τις αντιπαραθέσεις της Άννας με την στρυφνή Αντέλ, που την προσβάλλει συνεχώς, αλλά συνάμα, σταδιακά, την εμπιστεύεται και της μιλάει για τη ζωή-της με τον Κουρτ. Έτσι, αναδιηγείται το παρελθόν όπου παρουσιάζεται η συμβίωσή-της με τον μεγάλο μαθηματικό, ο οποίος ήταν τόσο απορροφημένος με το αντικείμενό-του, τόσο κοινωνικά αδαής, τόσο σχολαστικός με την καθαριότητα των ρούχων-του, τόσο ψυχικά διαταραγμένος, που μας εμφανίζεται σαν ένα τυπικό δείγμα μεγάλης διάνοιας με κλονισμένη περιβάλλουσα συμπεριφορά. Αντίθετα, ο κολλητός-του φίλος Άλμπερτ Αϊνστάιν είναι πολύ ατημέλητος, μποέμ, αντισυμβατικός αλλά και παιγνιώδης. Ίσως τα μόνα κοινά που έχουν είναι ότι ο καθένας στον τομέα-του ήταν πρωτοπόροι και ότι και οι δύο πίστευαν σε κάποια θεϊκή παρουσία.
            Παράλληλα, σκιαγραφούνται σχετικά πλαγίως οι ιστορικές εξελίξεις, από τις διώξεις των διανοουμένων από τους ναζί, που οδήγησαν το ζεύγος Γκέντελ στην Αμερική, τη μετανάστευση και τη σταδιακή κοινωνικοποίηση στο νέο περιβάλλον, το Πρίνστον με την πλούσια πνευματική κίνηση αλλά και τη φτωχή κοινωνική δράση, σε σχέση με τη Βιέννη, ο μακαρθισμός και οι διώξεις των κομμουνιστών κ.ο.κ. 
            Το βαθύτερο υπόστρωμα του έργου δεν είναι τα μαθηματικά, δεν είναι η απόδειξη της μη πληρότητας (θεώρημα που αποδεικνύει ότι δεν μπορούν να αποδειχθούν όλες οι μαθηματικές εικασίες), αλλά η φιλοσοφία των μαθηματικών. Ως αναγνώστες δεν μαθαίνουμε, όπως σε άλλα ανάλογα μαθηματικά μυθιστορήματα, τρόπους και συλλογισμούς, αλλά διαβάζουμε συζητήσεις για τη χρήση των μαθηματικών, το βάρος της λογικής, την τέχνη, την ύπαρξη του Θεού (επεξεργάστηκε μάλιστα μια οντολογική απόδειξη του Άνσελμου του Καντερμπέρι για την ύπαρξη του Θεού) κ.ο.κ., που τον ανάγουν από μαθηματικό πνεύμα σε φιλόσοφο της λογικής.


Αφού το διάβασα:
            Μου φάνηκε μεστό, πλούσιο σε πληροφορίες, ικανό να παρακινήσει σε σκέψεις ως μυθιστόρημα ιδεών. Ωστόσο, δεν διέθετε την εσωτερική νομοτέλεια να κάνει την αφήγηση ενδιαφέρουσα, ούτε καν για το αν η υπέργηρη χήρα θα παρέδιδε τελικά το αρχείο στην Άννα. Κρατώ ένα έργο που αναδεικνύει μια επιστημονική μορφή και το περιβάλλον μέσα στο οποίο ανδρώθηκε.

[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον ιστότοπο In2life στις 13/6/2017]

Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, July 05, 2017

Νίκος Αδάμ Βουδούρης, “Καϊάφας”

Ένας αποστάτης της καθωσπρέπει κοινωνίας κι ένας σκύλος; Κι οι δυο άρρωστοι, κι οι δυο δραπέτες μιας βολεμένης ζωής. Και τελικά τι θα γίνουν σε μια κοινωνία που αρέσκεται στην τάξη, προκειμένου να επιβιώσουν;


Νίκος Αδάμ Βουδούρης

“Καϊάφας”

εκδόσεις Πατάκη
2016


Διάβασα την κριτική ενός άλλου συγγραφέα, του Κυθρεώτη (“Μεστό δεύτερο βήμα”), και προβληματίστηκα στα εξής: πώς η λογοτεχνία μπορεί να σπάσει τα καλούπια της κοινωνικής συμβατικότητας; Και πώς συνδυάζονται στο ίδιο έργο “ ιδιότυπο road story, υπαρξιακό δράμα και σπαρταριστή ηθογραφία”;

Τι απ’ όλα είναι ο ήρωας του Βουδούρη; Τρελός που κανείς ως τώρα δεν είχε καταλάβει και κάποια στιγμή βγάζει προς τα έξω την προβληματική του φύση; Αντικομφορμιστής που, ενώ δούλευε (και με επιτυχία) σε μεγάλη εταιρία, τα βροντάει όλα και φεύγει για ταξιδάκι χωρίς προορισμό; Μπουχτισμένος εργαζόμενος που γέμισε ξέχειλα με ατμό την χύτρα ταχύτητας του νου του και κάποια στιγμή αυτή εξερράγη;
             
Το σίγουρο είναι ότι ο αφηγητής-πρωταγωνιστής γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τους κανόνες και τις υποχρεώσεις του. Φεύγει για ένα άσκοπο ταξίδι περιπλάνησης. Κλείνει το κινητό (το αφήνει για την ακρίβεια να ξεφορτιστεί). Βρίσκει έναν σκύλο και περιοδεύει τη δυτική ακτή της Πελοποννήσου, από Πάτρα κι Αρχαία Ολυμπία μέχρι τον Καϊάφα. Κάθε του πράξη ενέχει το αίσθημα της άσκοπης κίνησης, χωρίς συνειδητό σκοπό. Χωρίς βαρύνουσες επιλογές, σε μια πορεία τυχαιότητας, ράθυμης ατονίας και ανεμοδούρικης ματαιότητας.

Μου θύμισε ανάλογα αμερικάνικα μυθιστορήματα, μεταμοντέρνας κοπής. Εκεί η τύχη αναδεικνύεται σε πρωτεύουσα δύναμη, κόντρα στον κομφορμισμό, την κοινωνική αναγκαιότητα κι ευπρέπεια. Κι από εκεί ίσως κρατά και το road style που υιοθέτησε, σαν ταινία στις άνυδρες ερήμους του Texas. Μόνο που εδώ έχουμε τις κατάφυτες –καλοκαιρινές και υψηλής θερμοκρασίας πάλι- εκτάσεις της ελληνικής επικράτειας.

Απ’ τη μέση και μετά όμως, αυτή η anything goes διάθεση, που μετατρέπεται σε γραφή χαλαρή και ειρωνική προς την κατεστημένη ευπρέπεια, παίρνει πιο “σοβαρό” ύφος. Ενίοτε και λιτά συγκινητικό, όπως στη συνάντηση του πρωταγωνιστή με τον αδελφό του. Ο δεύτερος συμ-πρωταγωνιστής του έργου, ο σκύλος Σαμψών, που εξ αρχής φαινόταν σε όλους εμάς άρρωστος και μόνο στ’ αφεντικό του όχι, παίρνει την κατιούσα. Κι αυτό τονίζει ακόμα περισσότερο τη γνησιότητα, πάνω στην οποία χτίζει τη νέα του ζωή ο αφηγητής. Έτσι, εκφράζεται η ανάγκη του σύγχρονου ατόμου ν’ αποβάλει το κοστούμι και τη συμβατική ζωή του. Να μείνει μακριά απ’ τις ανθρώπινες υποκρισίες. Να βρει έναν τετράποδο ειλικρινή φίλο και να ζήσει απλά και αυθεντικά. Η άσκοπη περιήγηση γίνεται ταβερνάκι, χελώνες και νόημα. Η αυθόρμητη φυγή απ’ την Αθήνα γίνεται ανάγκη για έναν άλλο ρυθμό. Η ιστορία που αργείς να την πάρεις στα σοβαρά αποκτά υπαρξιακό τόνο.  


Ερώτημα: τι σημαίνει το «Θα συνέλθω» του πρωταγωνιστή, όταν διαπιστώνει ότι ο σκύλος του θα συνέλθει από την αρρώστια του; Μιλάμε για ένα είδος ταύτισης; Κι αν ναι, τότε η περίοδος στην Πελοπόννησο ήταν μια “κατάπτωση” γι’ αυτόν κι όχι μια ανανέωση; Και μπορούμε να μιλάμε για κάποιου είδους ταύτιση; Νομίζω ότι ο Βουδούρης έκανε μια καλή στροφή, από το άσκοπο στο σκόπιμο, που ωστόσο άφησε ερωτήματα εκκρεμή: Είναι ένα φιλοζωικό βιβλίο; μια αλληγορία; ο πρωταγωνιστής χάνεται ή σώζεται; κι ο σκύλος γυρίζει στ’ αφεντικά του; σαν τον αφηγητή; Δεν ξέρω. Fortunately!

Ø  Ο Νίκος Αδάμ Βουδούρης γεννήθηκε στο Γλυκορρίζι της Μεσσηνίας. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά "Οδός Πανός", "Εντευκτήριο" και "Μπιλιέτο", καθώς και σε ανθολογίες νεοελληνικού διηγήματος. Παρακολούθησε σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Το "Ο βυθός είναι δίπλα" ήταν το πρώτο βιβλίο του.


Πατριάρχης Φώτιος 

Friday, June 30, 2017

Τόμας Μαν, “Το μαγικό βουνό”

Ανάμεσα σε συγκρουόμενες ιδεολογίες, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος επιχειρεί να βρει το δικό του στίγμα και να καταλάβει πού κινείται ο άνθρωπος. Ένα σανατόριο στην Ελβετία μπορεί να είναι ο στίβος όπου τα ρεύματα της ανθρώπινης σκέψης διαλέγονται σ’ ένα αέναο bra-de-fair.


Thomas Mann
“Der Zauberberg” -1924
Τόμας Μαν
“Το μαγικό βουνό”
μετ. Θ. Παρασκευόπουλος
εκδόσεις Μεταίχμιο -2017


Θεωρείται το μεγάλο έργο του Thomas Mann, πιο σπουδαίο κι απ’ τον “Doktor Faustus” και τ’ άλλα του σημαντικά πεζογραφήματα. Τόσο σπουδαίο που ίσως σ’ αυτό οφείλεται και το Nobel Λογοτεχνίας που κέρδισε ο Γερμανός συγγραφέας πέντε χρόνια αργότερα.

Ογκώδες έργο, με την ελληνική έκδοση να πλησιάζει τις 1000 σελίδες και μάλιστα με μικρή γραμματοσειρά. Ξεκινάει όμως στρωτά, τόσο στρωτά που, χωρίς η ιστορία να τρέχει, φτάνουμε εύκολα στις πρώτες εκατό σελίδες. Ο νεαρός μηχανικός Hans Castorp πηγαίνει σ’ ένα βουνό της Ελβετίας να επισκεφτεί τον ξάδελφό του Γιοάχιμ Τσίμσεν που νοσηλεύεται σ’ ένα πολυτελές σανατόριο. Η παραμονή του εκεί θα διαρκέσει περισσότερο απ’ ό,τι φανταζόταν. Θα τον γεμίσει με γόνιμες εμπειρίες σε ένα είδος Bildungsroman, είδος που κέρδισε το γερμανικό του όνομα πιθανόν και χάρη σε τέτοια έργα όπως το “Μαγικό βουνό”.

Η πρώτη αναγνωστική εντύπωση προέρχεται απ’ τη μαγεία της φύσης αλλά συνάμα και την απάθεια μπροστά στον θάνατο. Καθώς διάφοροι τρόφιμοι ακούμε ότι πέθαναν ή πεθαίνουν, χωρίς κάτι τέτοιο να φαντάζει φρικτό, οδυνηρό ή έστω λυπηρό. Κι είναι όλο το βιβλίο μια διαρκής ελεγεία και μια διαρκής φιλοσοφία του θανάτου, χωρίς εικόνες, σκηνές και θρήνους, σαν ένας α-θάνατος να συνομιλεί με μελλοθάνατους ή να φιλοσοφεί δίπλα τους. Και μάλιστα, αυτό όλο το πλαίσιο κι η θεματική δεν δίνεται καθόλου βαριά. Αντίθετα, ξεκινάμε με μια ελαφρότητα, που παραπέμπει στο αστείο και στο humor. Σαν ο συγγραφέας να φτιάχνει στο γλυκό του δύο στρώσεις, μία βαριά και τυπικά ζοφερή (ο θάνατος) και μία ελαφριά και χιουμοριστική (η ατμόσφαιρα και οι περιγραφές των ενοίκων). Και παράλληλα, σ’ αυτό το περιβάλλον, ο νεαρός Χανς ερωτεύεται την καταρχάς ενοχλητική 28χρονη Ρωσίδα Κλάβντια Σοσά.

Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο με αφήγηση και με διαλόγους. Οι τελευταίοι φαίνεται να σηκώνουν το βάρος της εξέλιξης, όχι της δράσης αλλά της εξέλιξης των ιδεών. Θέματα όπως ο θάνατος, η αρρώστια, το σώμα και το πνεύμα, ο χρόνος, η μουσική … διασπείρονται μέσα στο κείμενο και συζητιούνται, άλλοτε με την παγιωμένη περί αυτών άποψη κι άλλοτε με πιο νεότευκτες σκέψεις. Οι διάλογοι αποκτούν βαθύτερο περιεχόμενο, όταν εμφανίζεται πρώτα ο Ιταλός Settembrini, μορφωμένος ουμανιστής, που εγκωμιάζει την πρόοδο και τη λογική και χειραγωγεί τη σκέψη του Κάστορπ, ο οποίος θέλγεται από αυτόν. Κι έπειτα ο Naptha που εκπροσωπεί μια μεσαιωνική ματιά, προνεωτερική, η οποία δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στα αιτήματα των καιρών.

Με τα λόγια του Χανς «Ο ένας είναι λάγνος και κακός και ο άλλος το μόνο που ξέρει είναι να φυσάει διαρκώς το κόρνο της λογικής και φαντάζεται πως μπορεί να συνεφέρει ακόμα και τρελούς, είναι σαχλό. Είναι φιλισταϊσμός και καθαρή ηθική, είναι άθρησκο, αυτό είναι ξεκάθαρο. Ούτε όμως με τον κοντό τον Νάφτα θέλω να είμαι, με τη θρησκεία του, που είναι μονάχα ένα guazzabuglio από Θεό και διάβολο, από καλό και πονηρό». 

Το έργο διαβάζεται, από ’να σημείο και μετά, δύσκολα, κυρίως επειδή δεν έχει δράση. Πέρα από κάποιες περιπέτειες του Χανς και τον θάνατο του ξαδέλφου του, τον κρυφό έρωτά του για την Κλάβντια, όλο το υπόλοιπο έργο ως μυθιστόρημα ιδεών βαρύνεται από ατελείωτους διαλόγους. Σαν ρητορικούς αγώνες για θέματα που δεν συνδέονται πάνω σε έναν βασικό άξονα, αλλά σαν χάντρες σε ένα κομπολόι λόγων. Αν όμως κανείς ξεπεράσει αυτά τα ξέβαθα νερά, τότε θα μπορέσει να δει όλο το φιλοσοφικό, ιδεολογικό, πολιτικό δυναμικό που καθόριζε την ευρωπαϊκή σκέψη κατά τον μεσοπόλεμο, όταν ήδη έχει σαρώσει τις πομπώδεις αφηγήσεις ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, June 25, 2017

Άρης Μαραγκόπουλος, “Πολ και Λόρα, ζωγραφική εκ του φυσικού”

Ο Karl Marx κι οι επίγονοί του, σ’ έναν αιώνα που βράζει και φλέγεται. Σε εθνικές, διεθνιστικές και ατομικές διεκδικήσεις. Μ’ ένα φάντασμα να πλανάται πάνω απ’ την Ευρώπη. Κι εμείς οι αναγνώστες της 3ης χιλιετίας, ξανάδαμε την Ιστορία ή ξαναβρήκαμε τις πηγές μιας, παραμορφωμένης, ιδεολογίας;


Άρης Μαραγκόπουλος

“Πολ και Λόρα, ζωγραφική εκ του φυσικού”

εκδόσεις Τόπος 2016


Δεν είχα ξαναδιαβάσει Μαραγκόπουλο. Δελεάστηκα από comments και κριτικές να δω ένα έργο που σαν παλίμψηστο αναπαράγει άλλα κείμενα και χαμαιλεοντίζει.

Πρόκειται για ένα είδος βιογραφικού μυθιστορήματος, που κινείται ανάμεσα στ’ αληθινό και το φανταστικό. Ο Paul Lafargue και η Laura Marx ήταν από τους πρωταγωνιστές της εξάπλωσης της μαρξιστικής σκέψης τον 19ο αιώνα. Κάτω απ’ τη βαριά σκιά του Karl Marx όρθωσαν ανάστημα σε μια ανατρεπτική για την εποχή επανάσταση.

Κι όντως η ανάγνωση κινείται σ’ ένα πολύχρωμο μωσαϊκό από πρόσωπα, σκηνές, κινητοποιήσεις, βιβλία, άρθρα, εξεγέρσεις, ιστορικά γεγονότα και επαναστάσεις του πνεύματος. Από τον Marx και τον Engels ως τον Proudhon και τον Bakunin, από την Κομμούνα έως τον Γαλλογερμανικό πόλεμο. Μανιφέστα, σαλόνια, φτώχια και σκέψεις, ένας πυρετώδης αιώνας που απλώνεται, μεταλλάσσεται, εξελίσσεται, εκρήγνυται. Με βάση τον έρωτα και τον γάμο του Paul και της Laura, βλέπουμε την εξάπλωση ενός φαντάσματος πάνω απ’ την Ευρώπη. Απ’ το Παρίσι και το Λονδίνο έως το Λοκάρνο και το Μπορντώ κι απ’ το Ντραβέιγ μέχρι τη Νέα Καλιφόρνια.

Είναι ένα πανηγύρι ζυμώσεων και ιστορικών ασυνεχειών, που περιλαμβάνει μέσα του γαϊτανάκια με πρωταγωνιστές τα γνωστά πρόσωπα. Αλλά και τη Μενάν, τον Ντρέιφους, τον Βιζυηνό, τον Ροσφόρ, τον Βενιζέλο, τον Mérimée, τον Ναπολεόν, τον Σεν Σιμόν, τον Flaubert, τον Μπλανκί, τη Γεωργία Σαντ, τον Τριντόν, τον φον Μπίσμαρκ, τον Λιρ, τον Φαβρ… Ονόματα, έργα, cinema, φωτογραφία, πόλεμοι. Μια Ευρώπη που βράζει και γεννά το “Das Kapital” (το “Κεφάλαιο”). Που ρίχνει θεούς, που κλονίζει κυβερνήσεις, που ζητά ισότητα κι οκτάωρο, που διακηρύσσει την αθεΐα και τον διεθνισμό, που καταργεί σύνορα και φωνάζει αντιπολεμικά συνθήματα, που μιλά γι’ ακτημοσύνη και απεξάρτηση από την ιδιοκτησία, που…

Ο Μαραγκόπουλος φτιάχνει ένα εκπληκτικό παλίμψηστο λόγων και φωνών, για να υπηρετήσει τ’ όραμά του. Κλασική αφήγηση, διάλογοι, επιστολές, αποσπάσματα από άρθρα εφημερίδων, φωτογραφίες πρωτοσέλιδων, τσιτάτα, σκίτσα της εποχής, ελληνικές, γαλλικές, αγγλικές φράσεις, μεγαλύτερη γραμματοσειρά, συνθήματα, ημερολογιακός λόγος, εναλλαγές αφηγητών και αφηγήσεων, ένα λουλουδάτο ψηφιδωτό, που θέλει να δείξει την πανσπερμία τάσεων που περιτριγυρίζουν την κομμουνιστική εξάπλωση.

Απορία: σε ποια γλώσσα μιλάει ο Paul και η Laura, ώστε να εμφιλοχωρούν στον λόγο τους αγγλικές και γαλλικές φράσεις;
Αυτό μπορεί να μην έχει μεγάλη σημασία, αν λάβουμε υπόψη το όλο περίβλημα του μυθιστορήματος που διακηρύσσει ότι άλλο τ’ αληθινό κι άλλο τ’ αληθοφανές. Κι ενώ η μια γραμμή του έργου είναι αναφανδόν υπέρ της ιστορικής υποστήριξης όλων όσα λέγονται, η άλλη υπονομεύει το ιστορικό και τ’ αληθές με ρωγμές αναλήθειας. Άλλωστε, αυτό πρέπει να κάνει κάθε μυθιστόρημα που σέβεται τον εαυτό του.



Τελικά, μπήκαμε βαθύτερα στους αρχικούς προβληματισμούς της μαρξιστικής σκέψης κι είδαμε πόσο, ίσως, έχουμε απομακρυνθεί ως ανθρωπότητα απ’ αυτούς; Νιώσαμε τον παροξυσμό του 19ου αιώνα κι είδαμε ζωντανό το ιδεολογικό ζύμωμα της εποχής; Παρακολουθήσαμε μια ερωτική ιστορία ενός ζεύγους που ζούσε παράλληλα τον γάμο του αλλά και την Ιστορία; Είδαμε πίσω απ’ τα γεγονότα και συγκλονιστήκαμε με το στίγμα ενός αιώνα;

Θαύμασα όντως το φανταχτερό υφαντό της αφήγησης. Το πολύχρωμο χαλί της μυθοπλασίας. Και ξεφυλλίζοντας βρέθηκα στην εποχή, σαν μέσα από άλμπουμ φωτογραφιών κι εικόνων. Κι όντως έπιασα έναν σφυγμό να δονεί τις δεκαετίες και να φτάνει μέχρι σήμερα. Χάθηκα στο πολυπλόκαμο τέρας του βιβλίου. Αλλά ίσως δεν άξιζε να δώσω σημασία παρά μόνο σ’ αυτήν τη συγχορδία χρωμάτων. Κι εκεί να μείνω.

Πατριάρχης Φώτιος