Wednesday, February 22, 2017

“Η σκούπα και το σύστημα” του David Foster Wallace

Συχνά η γλώσσα χτίζει κόσμους ή τουλάχιστον οριοθετεί τα πλαίσια μέσα στα οποία θα γίνει κατανοητός ο μη-γλωσσικός κόσμος. Εξίσου συχνά όμως η αναφορά στη γλώσσα και στα συστήματά-της σαρώνει καθετί άλλο που θα μπορούσε να είναι έξω από αυτήν και μετατρέπει την πραγματικότητα σε ένα γλωσσικό πεδίο σημείων και μόνο.


Αμερικάνικος με κονιάκ:

David Foster Wallace
“The Broom of the System”
Viking Press 1987

 

“Η σκούπα και το σύστημα”
μετ. Γ.Ι. Μπαμπασάκης
εκδόσεις Κριτική
2016
 


          Τι σημαίνει καθαρός αμερικανικός μεταμοντερνισμός που εξάπτει όσους τον αγαπούν, που τους συγκλονίζει όταν πέσει στα χέρια-τους ένα νέο δείγμα, που κάνει τους γηγενείς ιστολόγους και συγγραφείς να ηδονίζονται από το παιγνιώδες, αντισυμβατικό και ξεσαλωτικό προϊόν-του;
          Το πρώτο βιβλίο του πολύ David Forest Wallace, δημοσιευμένο το 1987, είναι μια χαμογελαστή κωμωδία, που συνδυάζει φαιδρές καταστάσεις με φιλοσοφικό υπόβαθρο και κοινωνική κριτική. Βασική πρωταγωνίστρια είναι η Λινόρ που εργάζεται ως τηλεφωνήτρια στις εκδόσεις Φρίκουεντ εν Βίγκορους, ενώ είναι κόρη του πάμπλουτου Μπίντσμαν και έχει δεσμό με τον εργοδότη-της Βίγκορους. Διάφορες κωμικές σκηνές, από όταν η Λινόρ ήταν 15 χρονών και παρευρέθηκε στο κολλέγιο της αδελφής-της μέχρι τη σύγχυση στις τηλεφωνικές γραμμές του Κλίβελαντ, όπου πελάτες άλλων εταιριών καλούν τελικά τον εκδοτικό οίκο, και η δημιουργία μιας ερήμου στο Οχάιο κ.ο.κ., διαμορφώνουν έναν πολύχρωμο διάδρομο, σαν κουρελού διαφορετικών χρωμάτων, ένα πάτσγουορκ ζωνών και επεισοδίων, που συνδέονται χαλαρά και δεν συγκροτούν ένα κλασικό μυθιστόρημα συνεχούς ροής.
          Η πρωταγωνίστρια, στην προσπάθειά-της να αυτοπροσδιοριστεί και να βρει τον εαυτό-της, έχει να λύσει θέματα προς τρεις τουλάχιστον κατευθύνσεις: η γιαγιά-της εξαφανίστηκε από το γηροκομείο, το αφεντικό-της την αγαπά παθολογικά και ο αδελφός-της είναι ανορεξικός.
          Προσπάθησα με διάφορους τρόπους να αλώσω αυτό το κάστρο, αλλά νομίζω ότι δεν τα κατάφερα. Το τελείωσα με σύγχυση, τόσο επειδή δυσκολεύτηκα να βρω νόημα όσο και επειδή συναισθηματικά ο κόσμος του Wallace δεν με αγγίζει. Ως προς το πρώτο διάβασα αγγλόγλωσσες κριτικές, που εντοπίζουν το βιτγκενσταϊνικό μοντέλο της σχέσης της γλώσσας με την πραγματικότητα, το κωμωδιακό φορτίο που σατιρίζει την αμερικάνικη κοινωνία, τα επιμέρους νοήματα που χωνεύονται σ’ αυτό το λογοτεχνικό χωνευτήρι. Ως προς το δεύτερο, η αποτυχία ήταν δεδομένη, καθώς συνάντησα για άλλη μια φορά τον αμερικάνικο μεταμοντερνισμό που καθρεφτάκι κάνει τους ιθαγενείς εδώ στο Ellada να χοροπηδάνε από αγαλλίαση. Όπως όμως έχω ξαναγράψει, μπορεί το βιβλίο όντως να είναι σταθμός για το 1987 που κυκλοφόρησε, και ειδικά στα αμερικανικά γράμματα, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι η πρόσληψή-του θα είναι εξίσου επιτυχής. Οι αμερικάνικοι κώδικες δεν είναι αυτόχρημα παγκοσμιοποιημένοι, όπως θα ήθελαν οι αμερικανολάγνοι, πολλά δεδομένα πάνω στα οποία θα στηριζόταν η κατανόηση δεν είναι γνωστά (τουλάχιστον σε μένα!), ο κυκεώνας ετερόκλιτων επεισοδίων, πραγματολογικών στοιχείων, αναφορών, ιστορικών και κοινωνικοπολιτικών οροσήμων δεν φτάνει σε μένα με την ίδια σφοδρότητα και σημασία που θα φτάνει στον Αμερικάνο.
          Επομένως, δηλώνω αδυναμία να καταλάβω το δαιδαλώδες σύμπλεγμα που ονομάζουν πλέον μυθιστόρημα, εγώ ο ανήμπορος να δεχτώ όλο αυτό τον κώδικα που μας πουλάνε για μεταμοντέρνα πρόοδο, όχι επειδή πραγματικά δεν είναι (επαναλαμβάνω ότι σε αμερικάνικους ορίζοντες προσδοκιών μπορεί να λέει πολλά), αλλά επειδή ό,τι είναι άξιο δεν διαχέεται σε κάθε νέο πολιτισμικό ορίζοντα με τον ίδιο τρόπο.

[Οι εικόνες που συνοδεύουν τη βιβλιοπαρουσίαση είναι από:   www.theapricity.com,   twistedsifter.com,   www.salon.com   &   comicsgrinder.com]

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, February 17, 2017

Βιβλιοπτώση και βιβλιοαδιαφορία;

Anonymous said...

Ελπίζω να μην καταχρώμαι το χώρο σας, ήθελα όμως να πω μερικά πράγματα που με προβληματίζουν τον τελευταίο καιρό. Παρακολουθώ από χρόνια συστηματικά την κίνηση του βιβλίου, και βλέπω δυστυχώς ότι, ιδίως τα δύο προηγούμενα χρόνια (χονδρικά από το καλοκαίρι του '15 και δώθε - χωρίς να θέλω να το πολιτικοποιήσω) υπάρχει μια συνεχιζόμενη καθίζηση, μια αίσθηση σταδιακού 'βουλιάγματος'. Ειδικά στην εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή, παρ' όλο που ίσως δεν έχει υπάρξει ποσοτική μείωση, είναι όλο και λιγότερα τα βιβλία που κάνουν θόρυβο, που συζητιούνται, λιγότερες οι κριτικές, λιγότερες οι ανταλλαγές απόψεων - είναι χαρακτηριστικό ότι, αν μπείτε στο αρχείο της βιβλιονέτ, εκεί που κάποτε υπήρχαν 'σεντόνια' διαφορετικών κριτικών για κάθε τίτλο, τώρα μετά βίας βλέπεις δέκα δημοσιεύματα, κι αυτό για τα δημοφιλέστερα βιβλία.

Σκέφτομαι πόσα ελληνικά λογοτεχνικά βιβλία έχουν κάπως συζητηθεί τη σεζόν που διανύουμε -από τον περασμένο Σεπτέμβριο δηλαδή- και το μόνο που ίσως μου έρχεται στο νου είναι το 'Ωστικό Κύμα' του Δαβέτα. Αλλά και γενικά διακρίνω μια κούραση, από τις καταχωρίσεις παραπλεύρως των βιβλιομπλόγκερ που είναι όλο και πιο αραιές και όλο και περισσότερο 'αυτοβιογραφικές', πέραν του βιβλιοσχολιασμού δηλαδή, μέχρι και εσάς, Πατριάρχη, που έχετε εμφανώς 'αραιώσει' τις δημοσιεύσεις σας. Για να μην πω για το απειλούμενο κλείσιμο του ΔΟΛ, που αν συμβεί τελικά, θα εξαφανίσει μερικές από τις τελευταίες σελίδες βιβλιοκριτικής του mainstream ελληνικού Τύπου (θα απομείνουν μόνο οι σελίδες της Καθημερινής και της Εφημερίδας των Συντακτών).

Τι να συμπεράνουμε απ' όλα αυτά; (Ίσως το μόνο παρήγορο είναι ότι οι μεταφρασμένοι τίτλοι δείχνουν ακόμα να ανθίστανται - και αριθμητικώς αλλά και από πλευράς σχολίων που προκαλούν). Είναι θέμα συγκυριακό-τυχαίο; Είναι κοινωνικοοικονομικό; Είναι θέμα δημιουργικής κάμψης των συγγραφέων ή της περιρρέουσας μελαγχολίας; Είναι όλα τα παραπάνω;

Συγγνώμη αν σας κούρασα.
 
 
Αντί για το προκαθορισμένο ποστ, αποφάσισα να αναρτήσω το τελευταίο σχόλιο στην προηγούμενη ανάρτηση, σχόλιο που έχει μεγάλο ενδιαφέρον και θίγει ένα ζήτημα της εποχής. Το θέτω προς συζήτηση, συζήτηση που θα δείξει πόσο δίκιο έχει ο Anonymous φίλος-μας (θα προτιμούσα πάντα ένα όνομα/ψευδώνυμο) και πόσο ισχύει αυτή-του η απαισιόδοξη θέση.
 
Διά την αντιγραφήν
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, February 12, 2017

“Μπέττυ” του Ζωρζ Σιμενόν

Ένα ψυχολογικό θρίλερ δεν μένει πολύ στην ιστορία αλλά διεισδύει στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, στο πώς αυτός εκλαμβάνει την ιστορία. Κι ο Σιμενόν σε όλα-του τα έργα, με τη σοβαρότητα και τη μουντή-του πέννα, σκιαγραφεί περιβάλλοντα, εσωτερικά και εξωτερικά, σκιαγραφεί πρόσωπα, ζωγραφίζει ψυχοσυνθέσεις.


Γαλλικός με άρωμα μήλο:

Georges Simenon
Betty
1961

 
Ζωρζ Σιμενόν
“Μπέττυ”
μετ. Α. Μακάρωφ
εκδόσεις Άγρα
2016
 


Πριν το διαβάσω:
          Γιατί το διάλεξα; Επειδή είμαι φαν του Σιμενόν, δεδηλωμένος φαν, που βρήκα ότι η γραφή-του δεν περιορίζεται στο αστυνομικό πλαίσιο, για το οποίο είναι διάσημος, αλλά εκτείνεται και σε άλλα βασικά λογοτεχνικά προτερήματα. Επομένως, ό,τι και να πω, θα είναι υποκειμενικό…

Καθώς το διάβαζα:
          Τα έργα του Σιμενόν χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: στα αστυνομικά, στα οποία αυτό που μετράει είναι πιο πολύ η περιρρέουσα ατμόσφαιρα παρά η αιτιώδης αλληλουχία των ενδείξεων, και στα “σκληρά μυθιστορήματα”. Τα τελευταία χωρίζονται, σύμφωνα με το χρήσιμο επίμετρο του Πετσόπουλου, στα μυστηρίου, όπου πάλι υπάρχει η βία και το αίνιγμα, και στα αμιγώς ψυχολογικά, όπου κυριαρχεί το βάθος στην προσωπικότητα ενός κυρίου ήρωα.
          Η “Μπέττυ” ανήκει στα τελευταία. Το κείμενο ξεκινά από την “Τρύπα”, όπου η πρωταγωνίστρια βρίσκεται σε άθλια κατάσταση, έχει πιει τον άμπακο, καταλαβαίνει και δεν καταλαβαίνει, αλλά μπορεί να μας μεταφέρει την πραγματικότητα μέσα από τη ζάλη-της, ώσπου λιποθυμά. Αυτή η έναρξη του μυθιστορήματος προϊδεάζει για πολλά ή για τίποτα, αλλά αξίζει να εμπιστευθούμε το μαγικό χέρι του συγγραφέα.
          Όταν ξυπνά, η Μπέττυ βρίσκεται στο ξενοδοχείο “Κάρλτον”, όπου την έχει μαζέψει η Λωρ, πλούσια κατά βάση, που, αφού πέθανε ο άντρας-της, μετακόμισε εκεί και ζει μια άλλη ζωή. Τα πράγματα δεν εξιστορούνται όλα μαζί κι αυτό αφήνει στο ημίφως, αλλά χωρίς θολά περιγράμματα, το παρελθόν και των δύο γυναικών, αλλά και το παρόν-τους, όσο υπάρχει έξω από το δωμάτιο του ξενοδοχείου. Αυτό κάνει την αφήγηση πιο ενδιαφέρουσα, καθώς μπορεί να μιλάει σταδιακά για τα άδεια κουτάκια-της, να συμπληρώνει τα χάσματα και να εμβαθύνει στην ψυχολογία της ηρωίδας. Τα ερωτήματα που πλανώνται παίρνουν απάντηση, όχι βέβαια ρητή και μονόδρομη, μέσα από το γέμισμα των κενών.    
          Η Μπέττυ, συμπαθής μέσα στην κατάστασή-της, αποδεικνύεται κακή μάνα, αφού δεν μεγάλωσε τα παιδιά-της αφήνοντάς-τα στις φροντίδες της νταντάς, κακή σύζυγος, αφού απάτησε πολλάκις σε βαθμό πορνείας τον άνδρα-της, μέθυση και φευγάτη. Η τωρινή-της κατάσταση μας κάνει να τη λυπόμαστε, άρρωστη, αδύναμη, καχύποπτη, ζηλιάρα ακόμα και προς τη Λωρ, με εξάρτηση από το αλκοόλ, που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι-της και να υπογράψει ότι παραχωρεί το δικαίωμα της ανατροφής των παιδιών-της στον άνδρα-της, ένα κυνηγημένο αγρίμι. Η ψυχολογία της πρωταγωνίστριας απλώνεται μέσα στο μυθιστόρημα όπως το μελάνι στο στυπόχαρτο και γίνεται πλήρως κατανοητή από τον αναγνώστη. Το ζητούμενο είναι τι την οδήγησε σε μια τέτοια μοίρα, ειδικά αφού παντρεύτηκε τον Γκυ από αγάπη.

          Το αίτιο, που εξηγεί την αλλαγή στη στάση-της, ακούγεται μέσα στην αφήγηση, αλλά δεν προβάλλεται διδακτικά. Αφενός, η ίδια η Μπέττυ έχει αποκτήσει μια παιδεία που θεωρεί τη γυναίκα “βρόμικη”, φορέα του κακού μεταφράζω εγώ, κι έτσι η ίδια “όλη-της τη ζωή, αναζητούσε την πληγή-της” (σ. 106). Αυτή η αίσθηση αυτοενοχής, η ιδέα για την ηθική-της φαυλότητα, για τη ρυπαρή φύση-της την κάνει περισσότερο να υποκύπτει στο “κακό”. Αφετέρου, το περιβάλλον στο πλούσιο σπίτι του Γκυ, με την ηγεμονική πεθερά, με τον πετυχημένο αδελφό-του, με το κλίμα της οικογένειας που δέχτηκε την Μπέττυ ως παρακατιανή την σπρώχνει προς μια φυγή, που πραγματώνεται με εραστές και με απόσυρση από την ενεργό δράση.

Αφού το διάβασα:
          Το έργο κλείνει με μια παράξενη αντιστροφή ρόλων και τύχης μεταξύ της Λωρ και της Μπέττυ. Έτσι, με ένα τέλος που δεν επιδεικνύει τις προθέσεις-του, το μυθιστόρημα του Σιμενόν αφήνει πολλά άλυτα σημεία, οδηγεί σε μια ανασκόπηση της ιστορίας, αφήνει εκκρεμή την προσωπικότητα της Μπέττυ, που κανείς δεν ξέρει αν είναι τελικά συμπαθής ή αντιπαθής.

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στο In2life στις 27/12/2016]

Πατριάρχης Φώτιος 

Monday, February 06, 2017

“Τότε που ήταν καλό κορίτσι” του Philip Roth

Καλές προθέσεις για την απάλειψη του κακού μπορεί να γίνουν εφαλτήριο για πολύ μεγάλο κακό· κι όταν ξεπεραστούν τα όρια, όταν η τραγωδία έρθει με όρους αρχαίου δράματος, ο θάνατος είναι η αναμενόμενη –ιδεολογικά- νέμεσις.


Αμερικάνικος χωρίς ζάχαρη:

Philip Roth
“When She Was Good”
1966

 

“Τότε που ήταν καλό κορίτσι”
μετ. Μ. Ζαχαριάδου
Πόλις 2016

 


Πριν το διαβάσω:
          Γιατί το διάλεξα; Επειδή νιώθω μια έλξη και μια άπωση με τον Αμερικάνο συγγραφέα. Τα μεγάλα-του έργα μου φαίνονται μονομερή και εβραιόπληκτα, καθώς και απεχθώς αυτοβιογραφικά, ενώ η “Νέμεσις”, που δεν επαινέθηκε τα μάλα, εμένα μου άρεσε.


 Καθώς το διάβαζα:
          Ο Φίλιπ Ροθ αργεί να μπει στο θέμα. Ξεκινά λίγο έκκεντρα με τον παππού Ουίλαρντ και συνεχίζει με τον γαμπρό-του Ουάιτι, που είναι μέθυσος και ασκεί βία στην οικογένειά-του. Και μετά από αυτήν την προγονική περιπλάνηση εστιάζει στη Λούσι, εγγονή του πρώτου και κόρη του δεύτερου, που είναι και η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος, εκεί γύρω στο 1950.
          Η Λούσι δούλεψε σκληρά στο γαλακτοπωλείο του Λίμπερτι Σέντερ, για να μπορέσει να σπουδάσει κατόπιν στο κολέγιο. Θεωρεί την οικογένειά-της «φρικτή», τον μεν πατέρα-της ανάξιο αγάπης και τη μητέρα-της θύμα που δεν μπορεί να πάρει την τύχη στα χέρια-της. Αλλά και τις φίλες-της τις απαξιώνει, ενώ τον Ρόι, συνομήλικό-της ο οποίος την άφησε μετά από συνεχές φλερτάρισμα έγκυο, επιπόλαιο, κολλημένο με το σεξ, ανώριμο… Η Λούσι είναι ένας απόλυτος χαρακτήρας, άκαμπτος, που δύσκολα αγαπά τους ανθρώπους, τους βλέπει αφ’ υψηλού και δεν τους αφήνει να εισχωρήσουν στη ζωή-της. Στην ουσία είναι ένας άνθρωπος που θέλει να κάνει το καλό και να το υποβάλει ή να το επιβάλει στους άλλους, έστω κι αν –σε ένα είδος αριστοτελικής περιπέτειας- αυτό συχνά γυρίζει μπούμερανγκ εις βάρος-τους.
          Το βιβλίο δεν είναι κλασικός Φίλιπ Ροθ. Δεν είναι βασισμένο σε αυτοβιογραφικά στοιχεία, δεν μιλάει για τους Εβραίους, δεν επικεντρώνεται σε έναν άνδρα πρωταγωνιστή. Έχει πρωτοκυκλοφορήσει το 1966, πριν δηλαδή ο Αμερικάνος συγγραφέας παγιώσει τη γνωστή-του γραφή και τα χαρακτηριστικά-της. Γι’ αυτό, ενώ είναι ένα κείμενο σφριγηλό και αφηγηματικά καλογραμμένο, ίσως ξενίσει –θετικά ή αρνητικά- όσους έχουν συνηθίσει το αναμενόμενο ροθικό σύμπαν. Όμως κι αυτό δεν παύει να μιλάει για την οικογένεια και τα πάθη-της, την αμερικάνικη οικογένεια που λειτουργούσε (κι ίσως λειτουργεί) με συμβάσεις, υποκρισίες και ethically correct κανόνες: η Λούσι λόγω της εγκυμοσύνης αναγκάζεται να παντρευτεί τον Ρόι, έστω και αν δεν είναι ερωτευμένη μαζί-του.
          Μπορεί αυτή καθαυτή η υπόθεση να μην είναι σήμερα συνταρακτική, αλλά η ίδια η μορφή της Λούσι έχει έντονη τραγικότητα. Το συγκλονιστικό τέλος-της, που είχε προοικονομηθεί έγκαιρα, φτάνει με όρους κορυφώσεις, με συγκρούσεις που αναδεικνύουν πλήρως τον χαρακτήρα, τα πιστεύω και τη στάση-της απέναντι στους άλλους. Το δυναμικό κρεσέντο σε κάνει να ξαναδείς όλο το κείμενο υπό το πρίσμα μιας μεσιανικής αντίληψης που είχε η ηρωίδα για τον εαυτό-της: οι άνθρωποι είναι κακοί, κακοί εκ φύσεως, και δεν είναι δυνατόν να περιμένουμε τον Χριστό να τους σώσει, αλλά πρέπει να αναλάβουμε δράση. Απέναντι στον μέθυσο πατέρα-της και την άβουλη μάνα-της, στον νωθρό παππού-της και τον ανώριμο άνδρα-της δεν υπάρχει συγκατάβαση, αγάπη, διάθεση προσέγγισης αλλά η απηνής ματιά-της και η ανάγκη για σύγκρουση και ταρακούνημα.
          Δεν ξέρω αν η Λούσι και η συμπεριφορά-της δείχνει την αυταρχική Αμερική του ’60 ή τη θρησκοληψία μερικών που νομίζουν ότι πρέπει να επιβάλλουν το σωστό, δεν ξέρω αν δείχνει τον δογματικό άνθρωπο που φτάνει στα όρια της τρέλας και τιμωρείται με νομοτελειακό τρόπο για την ύβριν-του, αλλά το “Τότε που ήταν καλό κορίτσι” καρφώθηκε βαθιά στον νου-μου για την δομή και την κορύφωση στα πρότυπα της αρχαίας τραγωδίας και της δεσολύσης με την οποία αυτή ερμηνεύει την ανθρώπινη ζωή, σαν μοίρα, αλλά όχι με τον ντετερμινιστικό τρόπο του αναπόφευκτου.

Αφού το διάβασα:
          Το τέλος του έργου, ενός έργου που είναι ούτως ή άλλως μαεστρικά γραμμένο, καταξιώνει την αναμονή.

[Η βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο In2life. Οι εικόνες που κοσμούν το κείμενο είναι παρμένες από τα:  pinterest.com,   vilingstore.net,   www.wikipedia.com/commons,   medium.com   και  www.clipartkid.com]

Πατριάρχης Φώτιος 

Wednesday, February 01, 2017

NOBEL Λογοτεχνίας 1998: Ζοζέ Σαραμάγου

“Η ιστορία της πολιορκίας της Λισαβόνας”

Ο Σαραμάγκου πέθανε το 2010, αλλά μπορεί επάξια να θεωρηθεί ήδη κλασική ευρωπαϊκή πέννα, που ανύψωσε τον λόγο σε μια δημιουργική παλέτα χρωμάτων, παιχνιδιού και σταθερής ειρωνείας.


Κρουασάν με σαντιγί:

José Saramago
“ História do Cerco de Lisboa”
1989
Ζοζέ Σαραμάγκου
“Η ιστορία της πολιορκίας της Λισαβόνας”
μετ. Α. Ψύλλια
εκδόσεις Καστανιώτη
2004


Το βιβλίο αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο, ανάμεσα σε πολλά ανάλογης αξίας, τη γραφή του Σαραμάγκου, ενός ανθρώπου που κατέκτησε Νόμπελ, αν και είχε τελειώσει μόνο το Δημοτικό! Κι όταν τον πρωτοδιάβασα έμεινα καθηλωμένος σ’ αυτόν τον μακροπερίοδο λόγο, που σε ρουφά μέσα-του και σε τραβάει στη δίνη-του.
Ο Ραϊμούντο Σίλβα, ένας ευσυνείδητος επιμελητής βιβλίων, παραβαίνει το χρυσό κανόνα της επιμέλειας όταν αλλάζει ένα "ναι" με ένα "όχι" σε μια "Ιστορία της πολιορκίας της Λισαβόνας". Μ' αυτή την ασήμαντη κίνηση ανατρέπεται η ιστορία του βιβλίου, συμπαρασύροντας και τη ζωή του. "Κάθε λέξη είναι μια επικίνδυνη θητεία στη μαγεία" και ο Ραϊμούντο δεν έχει άλλη επιλογή από το να γίνει ο ίδιος συγγραφέας και να γράψει μια άλλη ιστορία, που να υποστηρίζει την εξωφρενική του άρνηση, αλλά και να αντιμετωπίσει τόσο τις απαιτήσεις όσο και τις συγκινήσεις της ζωής, που ως τότε παρακολουθούσε από απόσταση παρατηρητή”.
Αυτή η συνοπτική υπόθεση από το οπισθόφυλλο του βιβλίου ίσως δεν πείθει για το πόσο ενδιαφέρουσα μπορεί να γίνει μια τέτοια μικρή αλλαγή. Κι όμως ο Σαραμάγου, με τη λεπτή ειρωνεία του, την υπονόμευση της αφήγησης με συνεχείς, αλλά εύληπτες, παρενθέσεις, με επιμονή χωρίς να γίνεται κουραστικός, ανάγει το θέμα-του σε μυστηριακή ιστορία.
Στην ουσία πρόκειται για μια μοναδική σύνθεση που συνδυάζει με επιτυχία δύο κείμενα σε μια αρμονική διακειμενική σχέση. Οι δυο ιστορίες, της δουλειάς, που οδηγεί σε ένα μη-οριστικό παρελθόν, και του έρωτα, που αφορά στο ήδη-ρευστό παρόν, δένουν άριστα, πορεύονται αγαστά κι η μία κερδίζει από την άλλη, περικλείοντας μέσα-τους συγγραφέα και αναγνώστη. Κάποιος συγγραφέας (δεν θυμάμαι ποιος) είχε δηλώσει ότι κάθε βιβλίο “πρέπει” να στηρίζεται σε δύο ιστορίες, για να αποκτήσει το απαραίτητο εύρος, κι ο Πορτογάλος συγγραφέας το κάνει δεξιοτεχνικά.
Το ύφος του βιβλίο, όπως προείπα, είναι αυτό που θέλγει μαγικά τον αναγνώστη: πολυπρισματικό, ελίσσεται από το απλώς ιστορικό, φαινομενικά ουδέτερο, έως το λογοτεχνίζον που ανατρέπει την όποια αντικειμενικότητα, κι από το βαθιά ειρωνικό, προς αφελείς ιδεολογήματα και ιστορικές αναπαραστάσεις αλλά και προς την ίδια τη γραφή και τις δυνατότητές-της, έως το χειμαρρώδες και καταιγιστικό. Κι αν θέλετε, σε κάποιο σημείο ξεμυτίζει μια απρόσμενα τρυφερή γραφή, γιατί ο Σαραμάγου αγαπάει τον ήρωά-του και πάσχει μαζί-του, μια νότα που προσθέτει έναν ακόμα τόνο στην πολύστικτη υφολογική παλέτα του έργου.
Τα τείχη Ιστορίας και λογοτεχνίας πέφτουν, μαζί με τη Λισαβόνα, καθώς η λογοτεχνική δυναμική με τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί εκπορθεί τη σαθρή αντικειμενικότητα.
Νομίζω ότι ο Σαραμάγκου άξιζε το Νόμπελ και ότι ο αναγνώστης αξίζει να διαβάσει το έργο-του. Η αντισυμβατική-του ματιά, η αμφισβήτηση εξουσιών όπως αυτής της Καθολικής Εκκλησίας αλλά και της επιστήμης, το γλαφυρό-του ύφος, ο περιπαικτικός τόνος-του, ο συνδυασμός της εργασιακής προσήλωσης με την ερωτική χαλάρωση κάνουν την “Ιστορία της πολιορκίας της Λισαβόνας” ένα καλό ξεκίνημα για όποιον θέλει να προσεγγίσει τον Πορτογάλο πεζογράφο.

[Οι εικόνες ελήφθησαν από:  wikipedia.com,   www.theodysseyonline.com,   masternews.gr,   family.portugalconfidential.com  και  www.theguardian.com]

Καλό μήνα
Πατριάρχης Φώτιος