Wednesday, June 21, 2017

11α γενέθλια

Όλα αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν.
Πριν από έντεκα χρόνια έκανα τον φάρο-μου πομπό αναγνώσεων. Τώρα αχνοφέγγει μόνο ένα φωσάκι στο ψηφιακό πέλαγος.
Γερνάω μαζί με το Βιβλιοκαφέ. Βλέπω τις ρωγμές, τα σκασίματα στους τοίχους, τα πετσικαρισμένα κουφώματα.
Είμαι ένας, είμαστε τρεις, ενίοτε γινόμαστε / γινόμασταν πέντε.

Όλα αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν.
Καιρό τώρα λέω να βγω στη σύνταξη. Εδώ και ένα-δυο χρόνια δεν το αποφασίζω. Ίσως πρέπει να δώσω όλον τον χώρο στη νέα γενιά. Σε μια ανεπαίσθητη διαδοχή.
Κι όντως καιρό τώρα, πολλά από όσα γράφω δεν είναι δικά-μου. Η υπογραφή “Πατριάρχης Φώτιος” είναι η ούγια σε μια εταιρεία που αλλάζει σταδιακά χέρια.
Είμαι εγώ και δεν είμαι.
Άλλωστε έπαιζα πάντα έναν ρόλο. Αυτό που στην εξωμπλογκική πραγματικότητα είμαι υποχωρεί και χάνεται μπροστά σε έναν αφοσιωμένο αναγνώστη.
Κι οι νέες γενιές που αναλαμβάνουν όλο και πιο δυναμικά τα ηνία, είναι κι αυτές ταγμένες στον ίδιο ρόλο.
Πολλοί με μίσησαν επειδή δεν ξέρουν ποιος είμαι. Πολλοί οργίστηκαν επειδή δεν έγραψα καλά λόγια για τα βιβλία-τους. Πολλοί αντίθετα μπήκαν στο καφενεδάκι-μου, επειδή έξω έχει πολύ ήλιο, πολλούς επαίνους, αδιάκριτες φιλοφρονήσεις, κολακείες, αλληλογλειψίματα, και δεν άντεξαν το πολύ το Κύριε ελέησον.
Εγώ πάντως κέρδισα πολλά. Διάβασα, σκέφτηκα, έφτιαξα μια συντροφιά που μίλησε πολύ για τα βιβλία.
Δεν ξέρω τι αλλαγές θα γίνουν στο Βιβλιοκαφέ, δεν ξέρω αν θα μας το πάρει ο δρόμος ή θα το γκρεμίσει ένας σεισμός.
Μένω στις αναμνήσεις-μου, ξαποσταίνω στα καλά βιβλία που διάβασα.



Χρόνια πολλά στην Anagnostria
και καλές σκέψεις σε όσους γράφουν και διαβάζουν.

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, June 16, 2017

“Το κλαρινέτο” του Βασίλη Αλεξάκη

Ξεχνιέται μια λέξη; Ένας άνθρωπος; Τι θυμόμαστε και τι ξεχνάμε; Κι η κρίση που τώρα μας πλήττει μπορεί να ξεπεραστεί και να την ξεχάσουμε γρήγορα ή θα οδηγήσει σε έναν ιστορικό θάνατο;


Γαλλικός με άρωμα φιστίκι:

Vassilis Alexakis
“La clarinette
2015

 
Βασίλης Αλεξάκης
“Το κλαρινέτο”
εκδόσεις Μεταίχμιο
2016

 


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή κατά ένα παράξενο τρόπο είχα χρόνια να διαβάσω Αλεξάκη. Ίσως επειδή ήταν κάπου εκεί στο μυαλό-μου, ενώ εγώ περνούσα τη φάση να ανακαλύψω νέους. Ίσως επειδή είχα συνηθίσει τη γραφή-του και δεν περίμενα κάτι καινούργιο.


Καθώς το διάβαζα:
            Ο συγγραφέας αφορμάται απ' τον θάνατο του εκδότη-του στη Γαλλία, ονόματι Κλοντ Ντουράν, ο οποίος ήταν και συγγραφέας. Ο Έλληνας πεζογράφος παρακολουθεί τον τελευταίο καιρό της ζωής του ομότεχνού-του και φίλου-του Γάλλου. Γράφει λοιπόν ένα κείμενο σε δεύτερο πρόσωπο, σαν να μιλάει σ’ αυτόν, χωρίς να τον κατονομάζει.
            Στην ουσία όλο το βιβλίο στήνεται πάνω σε ένα τρίγωνο θεμάτων: από τη μια, ο θάνατος του εκδότη, απ' την άλλη η κρίση που μαστίζει την Ελλάδα. Και τέλος η λήθη, καθώς ο Αλεξάκης ανακαλύπτει σε κάποια φάση ότι δεν μπορεί να θυμηθεί, ούτε στα ελληνικά ούτε στα γαλλικά, το όνομα του οργάνου που λέγεται “κλαρινέτο”:


Θάνατος εκδότη

Οικονομική κρίση Ελλάδας


μνήμη – λήθη




            Η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση καταγράφει την πορεία της ασθένειας, την ψυχολογία του εκδότη και τη συμπαράσταση που ο αφηγητής δείχνει προς αυτόν. Ταυτόχρονα, καταγράφονται πληροφορίες για την κατάσταση στην Ελλάδα. Από την τρόικα μέχρι τις αυτοκτονίες κι από τους άστεγους και το περιοδικό-τους τη “Σχεδία” ως τους ανθρώπους που ψάχνουν στα σκουπίδια. Κι ανάμεσα σ’ αυτόν τον παραλληλισμό εμφιλοχωρούν σκέψεις και συζητήσεις για τη μνήμη και πώς αυτή μπορεί να διαταραχθεί.
            Τα δύο πρώτα θέματα, χωρίς να συνδέονται ρητά, είναι εμφανώς παράλληλα και ανάλογα: Όπως ο άνθρωπος φθίνει και οδηγείται σταδιακά και ανεπιστρεπτί στον θάνατο, έτσι και η χώρα ΘΑ καταλήξει, εξαθλιωμένη από τη χρεοκοπία και την ανέχεια. Αυτό το απαισιόδοξο μήνυμα που προκύπτει από το βιβλίο δεν ξέρω αν βαραίνει την ψυχή του αναγνώστη, αφού η γραφή του Αλεξάκη είναι σχετικά ανάλαφρη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν λείπουν οι υπερβολές, είτε από ποιητική άδεια, είτε από την απόσταση που χωρίζει τον γαλλοδιαιτούμενο συγγραφέα από την πραγματική κατάσταση στη χώρα. Και μάλιστα, επειδή το κείμενο γράφτηκε και δημοσιεύτηκε πρώτα στα γαλλικά, φαίνεται ότι πληροφορεί το γαλλικό κοινό για πράγματα που στο ελληνικό κείμενο φαίνονται περιττά και αυτονόητα.
Κι όμως αυτή η αναμενόμενη (απαισιόδοξη) κατάληξη δεν αποτρέπει τον αφηγητή να αποφασίσει να γυρίσει στη χώρα-του, εν μέσω κρίσης…
            Το βιβλίο μου θύμισε το “Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα” (πάλι το θέμα της λήθης!). Κι εκεί ο Αλεξάκης μιλά σε κάποιον νεκρό, στη μητέρα-του, κάνοντας τη βιογραφία-του κι έμμεσα τη δική-του. Έτσι, βρίσκει ευκαιρία να παραθέσει προσωπικά βιώματα και να τα εμπλουτίσει με φανταστικές σκηνές. Κάποιες από αυτές, εμφανώς επινοημένες, προκαλούν γέλιο. Ταυτόχρονα επιχειρεί να σχολιάσει και να προχωρήσει το πραγματικό στο λογοτεχνικό. Ο Αλεξάκης παρατηρεί και αμέσως φαντάζεται τι μπορεί να είναι αυτό που παρατηρεί!             


Αφού το διάβασα:
            Έμεινα επιφυλακτικός για την απουσία –ακόμα περισσότερο αυτή τη φορά- μιας ιστορίας που να συνέχει τα επιμέρους στοιχεία. Έμεινα όμως στο τέλος συγκινημένος με τον θάνατο που έρχεται να σφραγίσει μια σχέση. Έψαξα να βρω τι σχέση έχουν οι δύο πρώτοι άξονες με τον τρίτο: όλα περνάνε μέσα από το μυαλό και μπορεί να ξεχαστούν; Ή αντίθετα, όλα επειδή περνάνε μέσα από το μυαλό, δεν ξεχνιούνται αλλά κάπου μένουν στο εγκεφαλικό αρχείο του ανθρώπου.

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, June 11, 2017

“Το Βασίλειο της Κρήτης” του Γιώργη Γιατρομανωλάκη

Ένα παράξενο μυθιστόρημα που περικλείει Ιστορία, λαογραφία, μυθολογία, ταξιδιωτική λογοτεχνία, γλωσσολογία, χρονικό, όλα μαζί σε ένα γλωσσικό και αφηγηματικό μπλέντερ… και ιδού το αποτέλεσμα: η Κρήτη όπως κανείς δεν την έχει δει, αλλά πολλοί την έχουν φανταστεί.


Ελληνικός με ολίγη:

Γιώργης Γιατρομανωλάκης
“Το Βασίλειο της Κρήτης”
εκδόσεις Άγρα
2016

 


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή …δεν ξέρω.

Καθώς το διάβαζα:
            Είναι τρελοί αυτοί οι Κρητικοί! Πίνουν, καπνίζουν, πυροβολούν και σαλαγάνε στο χαρτί με περίσσεια “κουζουλάδα”, αλωνίζοντας τα στάχυα και ροβολώντας τα πρόβατα. Βλέπουν την Κρήτη σαν θεά. Νιώθουν το χώμα-της, τον α(γ)έρα-της. Μυρίζουν τα άνθια-της. βλέπουν με μισό μάτι την ηπειρωτική Ελλάδα. Καλοκοιτάνε την Ανατολή, καλοκοιτάνε και τη Δύση.
            Το βιβλίο του Γιατρομανωλάκη είναι ένα δικό-του είδος, που το καλλιεργεί ίσως μόνος στην Ελλάδα. Φαίνεται ιστορικό κείμενο, αλλά γρήγορα ανακαλύπτουμε ότι είναι μυθοπλασία. Μοιάζει με χρονικό, πολύ έγκαιρα όμως καταλαβαίνουμε ότι βρίθει μιας λοξής λογοτεχνικής ματιάς, που ανατινάσσει κάθε ιστορικότητα. Φαντάζει λαογραφική μελέτη αλλά τάχιστα συνειδητοποιούμε ότι είναι ένα αμφίβιο μεταξύ εθιμογραφίας και μυθολογίας. Είναι γεμάτο ειρωνεία, παιγνιώδη διάθεση, σάτιρα και λοξοκοιτάγματα, παρωδιακή χρήση της γλώσσας και ανατρεπτική ματιά.
            Πρωταγωνίστρια είναι στην ουσία η Κρήτη. Που σαν ζωντανός οργανισμός τανύεται, αργοστρέφεται στον άξονά-της, κοιτάζει τον βορά, τον νότο, την ανατολή και τη δύση. Έτσι αντλεί στοιχεία από την ελλαδική χερσόνησο, την ευρωπαϊκή κουλτούρα, τον αφρικανικό πρωτογονισμό και την ασιατική σοφία. Πάνω-της κατοικούν οι καλύτεροι άνθρωποι στον κόσμο! Ζώα, φυτά και άλλα μυθικά όντα, που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού. Έχει πλούσια ιστορία, έξοχη μυθολογία, ιδιάζον έδαφος, μοναδική γλώσσα και γραφή, ποικιλόμορφη πανίδα και χλωρίδα, γόνιμα ήθη και έθιμα. Και πάνω απ’ όλα αντιφατικούς ανθρώπους, πολυσχιδείς και αλλόκοσμους.
            Το δεύτερο μέρος είναι μια προσπάθεια κρητικοποίησης των “Αόρατων πόλεων” του Καλβίνο. Ο Γιατρομανωλάκης παρουσιάζει με την ίδια φαντασία, μυθοπλαστική διάθεση, ταξιδιωτική περιέργεια χωριά της Κρήτης, φανταστικά, που θα μπορούσαν όμως να είναι και πραγματικά, όπου συγκεντρώνονται χαρακτηριστικά των τρελών κατοίκων-της. Κάθε χωριό και μια ιδιαιτερότητα. Κάθε χωριό και μια κατηγορία γηγενών που ζουν όπως μάθανε και μαθαίνουν να ζουν όπως θέλουν.       


Αφού το διάβασα:
            Γρήγορο ανάγνωσμα, γελαστικό και θυμηδικό, που σε περιηγεί στα εξωτικά μέρη της Κρήτης και σε δελεάζει να δεις τη λογοτεχνία σαν σκανδαλιά και σαν παιχνίδι.

[Οι εικόνες αντλήθηκαν από τα:  blog.mantinades.gr,  www.portogouves.gr,  eranistis.net  και  agonaskritis.gr]

Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, June 07, 2017

“Αντίστροφα” της Στέργιας Κάββαλου

Ο έρωτας μπορεί να γίνει πάθος, μπορεί να γίνει σχέση, μπορεί να γίνει λογοτεχνικό πεδίο όπου η αγάπη και ο χωρισμός ορίζουν το μυθιστορηματικό σύμπαν.


Γαλλικός με μέντα:

Στέργια Κάββαλου
“Αντίστροφα”
εκδόσεις Μελάνι
2016
 


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή το πρώτο-της βιβλίο “Αλτσχάιμερ trance” ήταν υποψήφιο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα από το περιοδικό “Διαβάζω” το 2011 και δεν είχα ώς τώρα δει τι λέει ως συγγραφέας.

Καθώς το διάβαζα:
            Μπορεί ένα μυθιστόρημα να πηγαίνει ανάποδα; Να ξεκινά από ένα τελικό σημείο. Και όχι απλώς να πιάνει το νήμα από την αρχή και να προχωρά μέχρι τη λύση-του, όπως τα αστυνομικά, αλλά να προχωρά καρκινικά προς τα πίσω; Να βλέπουμε σε συνεχή πρωθύστερα τα γεγονότα; Και να έχουμε το γενικό ποτάμι που θέλει να βρει τις πηγές-του;
            Κάτι τέτοιο επιχειρεί η 34χρονη Κάββαλου. Ξεκινά το μικρό μυθιστόρημά-της με την απώλεια και την αναζήτηση του χαμένου ερωμένου. Το έργο φαίνεται να κάνει αναδρομές σε άχρονες κοινές στιγμές εκείνης. Μια γύρω της γύρω στα εικοσιπέντε Ελληνίδας, κι εκείνου, ενός συνομήλικου λίγο πολύ Γάλλου. Αλλά ίσως από ένα σημείο και μετά καταλαβαίνουμε ότι αναπλέουμε τον ποταμό ανάποδα. Πιθανόν προς την εναρκτήρια αφορμή. Έτσι, παρακολουθούμε τις κοινές-τους εμπειρίες, τη γαλλική ή τις γαλλικές περιόδους με τους δικούς-του και τις βόλτες στο Παρίσι. Αλλά και την ελληνική ή τις ελληνικές φάσεις με την Κρήτη και άλλα νησιά, τις εποχές προσέγγισης και τις άλλες της άπωσης, κλάματα, γέλια, φιλιά –δεν υπάρχουν περιγραφές παρά μόνο αχνές νύξεις ερωτικής-σεξουαλικής ζωής-, αγχωμένα τηλεφωνήματα, χτυποκάρδια και νεύρα, ώρες μοναξιάς και αναμονής. Κάπου παρουσιάζεται ο αρραβώνας-τους στην Αθήνα, οικογενειακές συγκεντρώσεις, φωτογραφίες, παρουσίες και απουσίες, ελληνογαλλικές και διαπροσωπικές επαφές…
            Τα πράγματα τα αφηγείται η κοπέλλα, σαν σε μονόλογο που ενέχει έναν πυρετώδη ανεπίδοτο διάλογο. Η δική-της οπτική γωνία, η δική-της συναισθηματική κατάσταση. Που μπλέκεται με τα γεγονότα, αφηρημένα και αχρονολόγητα. Πιο πολύ ως καμβάς του έρωτα και της απώλειας, παρά σαν αυτοτελή γεγονότα που αξίζει να τα διαβάσουμε στην αφηγηματική-τους διάσταση.
            Ωστόσο, το πιο αξιοπρόσεκτο συστατικά του κειμένου δεν είναι το “κλαψούρισμα” μιας χωρισμένης. Ούτε η ανάποδη πορεία του μυθιστορήματος. Αλλά πιο πολύ η γλώσσα που δείχνει πώς σκέφτεται η κοσμοπολίτικη γενιά των τριάντα plus ετών. Ένα κράμα ελληνικών, υψηλών όσο και της πιάτσας. Δόκιμων όσο και καθημερινών, κατά βάση δημοτικής αλλά με αδέσποτες καθαρεύουσες, ανάμεικτων με αγγλικές εκφράσεις παγκοσμιοποιημένης υφής και γαλλικές λέξεις που ξεφεύγουν σε ένα ελληνογαλλικό πλαίσιο. Ιδού ένα παράδειγμα:
“Δύο βδομάδες κράτησε το ταξίδι-σου στη Λυών. Το αμερικάνικο «we are on a break» μπήκε και στη δική-μου ζωή με την αβεβαιότητα του «what happens next?».
Δεν μιλούσαμε πολύ. Είχα τη maman να μου κάνει online διάγνωση ότι πάσχω από νευρική ανορεξία και ότι έπρεπε επειγόντως –αν ήθελα να σώσω τον εαυτό-μου, τη σχέση-μου, μπλα μπλα μπλα- να μιλήσω σε κάποιον ειδικό. Και μιλούσε εκ πείρας προσωπικής. Είχε πάει, το είχε κάνει και είχε δει και το καλό αποτέλεσμα.
Εκατό βουνά πέρασε μετά το διαζύγιό-της. Μετά τριών τέκνων ο χωρισμός γίνεται πιο ντραματίκ.”
            Δεν ξέρω αν το λογοτεχνικό αποτέλεσμα ενός τέτοιου ύφους είναι αξιόλογο. Αλλά βρίσκω ενδιαφέρον από κοινωνιογλωσσική άποψη ότι η νέα γενιά σκέφτεται έτσι. Γράφει στα κοινωνικά μέσα έτσι. Και συνεπώς περνάει έναν τέτοιο λόγο και στη λογοτεχνία-της. Τα δείγματα δεν είναι πολλά. Πιθανόν επειδή δεν αφήνουν τον αυθόρμητο προφορικό-τους λόγο να διεμβολίσει τη σοβαρή πεζογραφία.

Αφού το διάβασα:
            Μερικές φορές ένας έρωτας και ένας χωρισμός δεν αρκεί για να γράψει κανείς λογοτεχνία. Ούτε μια έξυπνη ιδέα για την πλοκή την εκτοξεύει. Ωστόσο κάθε συναίσθημα που κινητοποιεί την πέννα, αξίζει να απασχολήσει τον άνθρωπο.

[Οι εικόνες που συνοδεύουν την ανάρτηση ανευρέθηκαν στα:  www.today.com, stergia.yolasite.com,  novakdjokovicfoundation.org  και  isha.sadhguru.org]

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, June 02, 2017

“Λίγη ζωή” της Hanya Yanagihara

Αν ένα βιβλίο μπορεί να απλώνεται σε 900 σελίδες χωρίς να κουράζει, αλλά συνάμα να απλώνει τη σκέψη για τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος εσωτερικεύει τα παιδικά τραύματα και τα εξωτερικεύει με αυτοκαταστροφικές πράξεις, τότε αξίζει.


Αμερικάνικος με αμύγδαλο:

Hanya Yanagihara
“A Little Life”
Doubleday 2015

 
“Λίγη ζωή”
μετ. Μ. Ξυλούρη
εκδόσεις Μεταίχμιο
2016

 


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή προβλήθηκε ως άλλο ένα magnum opus της αμερικάνικης λογοτεχνίας, που αξίζει να διαβαστεί, με βραβεύσεις και θετικότατες κριτικές. Τελικά συνειδητοποιώ ότι, ενώ η σύγχρονη αμερικανική πεζογραφία μου φαίνεται ότι ακολουθεί έναν δικό-της δρόμο που δεν συνάδει με τον ελληνικό-ευρωπαϊκό πολιτισμικό κώδικα, εγώ ψάχνω κάθε φορά το βιβλίο που θα σπάσει αυτή την “προκατάληψη”.

Καθώς το διάβαζα:
            Το μυθιστόρημα απλώνεται αχανώς σε κοντά 900 σελίδες μεγάλου μεγέθους, που βαραίνει το γυαλί στο κομοδίνο-μου σαν βαρύ κειμήλιο που πρέπει να διαπεράσω μέχρι τέλους. Κι αποφάσισα να βάλω έναν συγκεκριμένο ρυθμό στο διάβασμά-μου: αρχής γενομένης από την 1η Φεβρουαρίου 2017 θα διαβάζω είκοσι σελίδες κάθε βράδυ, ώστε να το τελειώσω σε 45 μέρες, σε ενάμιση μήνα, ώστε να το στραγγίσω λίγο λίγο.
            Το μυθιστόρημα ξεκινά με τέσσερις φίλοι που ζουν και συγχρωτίζονται μέσα στην αφραγκία-τους, παρόλο που κάποιοι έχουν πλούσιο σπίτι και άλλοι μεγάλες προσδοκίες από τη ζωή. Ο ευγενής, ωραίος Γουίλεμ, επίδοξος ηθοποιός, ο Τζέι Μπι, μαύρος ζωγράφος από το Μπρούκλιν, που θέλει να ανέβει στον χώρο-του, όπως μαύρος είναι και ο Μάλκομ, αρχιτέκτονας, που αντιμετωπίζει προβλήματα (ή καλύτερα διλήμματα) ταυτότητας. Όλοι όμως φαίνεται από τις πρώτες διακόσιες σελίδες περιστρέφονται σαν δορυφόροι γύρω από τον Τζουντ, το πιο αινιγματικό αλλά και ευφυή χαρακτήρα…
            Γιατί ο Τζουντ κόβεται αυτοβούλως στα χέρια και χαρακώνεται μέχρι (παρ’ ολίγο) τον θάνατο; Ποιο παρελθόν και ποιους γονείς κρύβει στο ράντζο που μεγάλωσε; Ή στο μοναστήρι; Ή στο άσυλο; Κατάλαβα καλά, αλλά ξέρει υψηλού επιπέδου μαθηματικά (που σπούδασε), ενώ είναι ανερχόμενος δικηγόρος; Γιατί κουτσαίνει από το ένα πόδι με ένα έλκος που στάζει πύο; Το μυστήριο δεν είναι φτηνό, τύπου αστυνομικoύ μυθιστορήματος, αλλά κοινωνικό και υπαρξιακό με κέντρο τον Τζουντ. Ο τύπος φαίνεται ενδιαφέρων, φαίνεται να σκάει έξω από το ογκώδες βιβλίο και να μας τραβάει από το μανίκι…
Είναι στην ουσία μια τραγική φιγούρα με πολλά ταλέντα αλλά και πολλά τραύματα, που τον ωθούν στη μοναξιά (μια μοναξιά σκληρή, που τον οδηγεί σε έναν αδιέξοδο δεσμό με τον Κέιλεμπ), στην αυτοχαράκωση, στην επιλογή λανθασμένου ομόφυλου συντρόφου, ο οποίος τον δέρνει, στον φαύλο κύκλο της αυτολύπησης και της αυτοτιμωρίας. Κάπου πλανάται η ιδέα ότι μικρός κακοποιήθηκε και περιμένουμε να δούμε αν αυτό έγινε στο μοναστήρι που μεγάλωσε, όπου ούτως ή άλλως τον ταλαιπωρούσαν, ή μετά. Η εστίαση σ’ αυτόν και η σχετική περιθωριοποίηση των άλλων τριών εκ μέρους της συγγραφέως πετυχαίνει απόλυτα, καθώς ο Τζουντ αναδεικνύεται ως ο κατεξοχήν χαρακτήρας που κρύβει ενοχικά μυστικά και ταυτόχρονα προβάλλεται ως το θύμα που αναζητά τη λύτρωση κι εμείς την κάθαρση μέσω της γνώσης και της ενσυναίσθησης.  
Δύο θέματα απλώνονται, καθώς εξελίσσεται το βιβλίο, και διαπλέκονται μεταξύ-τους. Από τη μια, η ομοφυλοφιλία του Τζουντ, που στην αρχή τον ρίχνει στα χέρια του βίαιου Κέιλεμπ κι έπειτα στην αγκαλιά του φίλου-του Γουίλεμ, που τον συμπονά και τον συντρέχει. Η ομοφυλόφιλη τάση προέρχεται, όπως φαίνεται από τις αναδρομές του μυθιστορήματος, από τον αδελφό Λουκ που είχε μαζί-του τον μικρό Τζουντ, έκανε έρωτα μαζί-του και τον εξέδιδε με σκοπό το χρήμα. Μαθαίνοντας έτσι, ο Τζουντ αποδέχεται τον ομόφυλο ερωτισμό και τον εφαρμόζει άλλοτε αυτοκαταστροφικά κι άλλοτε αυτοπροστατευτικά. Το δεύτερο θέμα, αυτό της αυτοχαράκωσης, είναι πολύ πρόσφορο για ψυχαναλυτικές και κοινωνικές ερμηνείες, και, κατά τη γνώμη-μου, δίνει ένταση, συγκίνηση και βάθος στο πώς βλέπουμε το πρόσωπο του πρωταγωνιστή.

Αφού το διάβασα:
            Ογκώδες αλλά μάλλον ελάχιστα φλύαρο. Κάθε σελίδα ξετυλίγει και μια πτυχή σε μια κλίμακα που φτάνει σταδιακά στην αποκορύφωση. Βαρύ αλλά μάλλον η δίνη που δημιουργεί είναι ανάλογη με το βάρος-του. Κάθε σκηνή σε βάζει και πιο βαθιά στον τραγικό τυφώνα της ανθρώπινης παθογένειας.

[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον In2life στις 30/5/2017 και εδώ αναδημοσιεύεται με εικόνες που ελήφθησαν από: www.newstatesman.com,  www.videoblocks.com,  storiesofmyteardrops.tumblr.com,  billehrman.tumblr.com  και  randomgeekings.WordPress.com]

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, May 28, 2017

“Το άγρυπνο μάτι” του Sheridan Le Fanu

Τι είναι η μεταφυσική; έλευση πλασμάτων από άλλους κόσμους ή οι απηνείς Ερινύες που παίρνουν σάρκα και οστά και κυνηγούν τον ένοχο; Τι είναι η φανταστική πεζογραφία; μια ψυχαναλυτική πλευρά πριν από τον Φρόιντ ή μια μεταμοντέρνα πίστη σε παράλληλα σύμπαντα πριν από τον Αϊνστάιν;


Νες καφέ με κεράσι:

Sheridan Le Fanu
“The Watcher”
1851

 
“Το άγρυπνο μάτι”
μετ. Μ. Ζαχαριάδου
εκδόσεις Άγρα
2016

 


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή ένας φίλος του Βιβλιοκαφέ μου έστειλε μήνυμα να μου το συστήσει ως κείμενο ιδιαίτερα καλογραμμένο “που υποβάλλει τον αναγνώστη σε δοκιμασίες και σε προβληματισμούς”.

Καθώς το διάβαζα:
            Στο Δουβλίνο του 1794, πενήντα και χρόνια πριν από τη συγγραφή αυτής της νουβέλας, ο πλοίαρχος Μπάρτον επιστρέφει στη στεριά, κύριος, αξιοπρεπής, ορθολογιστής, και αρραβωνιάζεται τη νεαρή δεσποινίδα Μόντεγκιου. Άξαφνα όμως αρχίζει να ακούει πίσω-του βήματα, χωρίς να βλέπει ποιος τον παρακολουθεί, δέχεται απειλητικά σημειώματα και ένα είδος παραφυσικών φαινομένων κλονίζουν την υγεία-του και καταστρέφουν την υπόληψή-του. Μάλιστα αρχίζει να βλέπει έναν άσχημο κοντό άνθρωπο, που εμφανίζεται από το πουθενά και μόνο με την παρουσία-του προκαλεί συναισθηματικούς κραδασμούς στον Μπάρτον.
Αυτός λοιπόν καταφεύγει στον γιατρό, ο οποίος το αποδίδει σε νευρικό κλονισμό, καταφεύγει αυτός ο άπιστος σε έναν ευυπόληπτο ιερέα, ο οποίος τον παραπέμπει στον Θεό, καταφεύγει στον μέλλοντα πεθερό-του, ο οποίος εκλογικεύει την κατάσταση και υπόσχεται να συλλάβει τον θρασύ ταραξία. Το κείμενο, όπως φαίνεται ακολουθεί μια ανιούσα κλιμάκωση, καθώς εξελίσσονται επί τα χείρω τα μεταφυσικά φαινόμενα, επιδεινώνεται η υγεία του πλοιάρχου και πληθαίνουν οι συναντήσεις-του, μπας και καταφέρει να γλιτώσει από την ψυχολογική καταρράκωση. Τελικά, το μοιραίο δεν αποφεύγεται αλλά κανείς δεν ξέρει ακριβώς πώς προκλήθηκαν όλα αυτά.
Ο Le Fanu γράφει ένα κλασικό φανταστικό μυθιστόρημα όπου ο αναγνώστης δεν είναι σίγουρος αν όλα όσα εξιστορούνται είναι μεταφυσικά φαινόμενα που συμπλέκονται με τον δικό-μας κόσμο ή πλάσματα της διαταραγμένης φαντασίας ενός συγχυσμένου νου. Η εξήγηση που προοικονομείται από τα λόγια του ίδιου του πρωταγωνιστή, ότι δηλαδή τον κυνηγά ένας ναύτης-του που πέθανε εξαιτίας-του, στηρίζουν και τις δύο υποθέσεις, τόσο δηλαδή να πρόκειται για το τιμωρούν φάντασμά-του όσο και για τις τύψεις που παίρνουν απτή μορφή και τον διώκουν.
Αν υπερισχύει η πρώτη εκδοχή, τότε ο Le Fanu πλησιάζει περισσότερο τις φασματικές μορφές που εμφανίζονται σε διάφορα κείμενα με φανταστικό περιεχόμενο, ενώ, αν θεωρήσουμε καλύτερη τη δεύτερη εκδοχή, τότε “Το άγρυπνο μάτι” προσπελάζει τη λογική του Λέο Περούτς και του μαγικού βιβλίου-του “Ο μαιτρ της Δευτέρας παρουσίας”.


Αφού το διάβασα:
            Εύκολο ανάγνωσμα, γρήγορο, που ωστόσο παίζει με το μυαλό του αναγνώστη και στήνει ολοκληρωμένα την πλοκή μέχρι τη λύση. Δεν μπορώ να πω ότι εξεπλάγην αλλά στην εποχή-του ίσως ήταν μια καινοφανής αφήγηση που προχώρησε το είδος.

[Οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο είναι παρμένες από:  7-themes.com,  indefatigable1797.wordpress.com,  austenprose.com,  www.timeshighereducation.com  και  www.npr.org]

Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, May 23, 2017

“Ρου” της Μαριαλένας Σπυροπούλου

Ψυχολόγοι που γράφουν λογοτεχνία, όπως ο Εμπειρίκος, η Τσελίκογλου, ο Αλεξανδρίδης κ.ο.κ., προσπαθούν διά της γραφής να ξεψαχνίσουν τον ψυχισμό του ανθρώπου και να αναδείξουν κρυφά τραύματα.


Freddo:

Μαριαλένα Σπυροπούλου
“Ρου”
εκδόσεις Μεταίχμιο
2016
 


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή έβλεπα το όνομα της συγγραφέως και τα άρθρα-της στην «Καθημερινή» κι ήθελα από περιέργεια να δω τι λογοτεχνία μπορεί να παραγάγει. Ένα πρωτόλειο λοιπόν με περιμένει…

Καθώς το διάβαζα:
            Μια νεαρή κοπέλλα δουλεύει σε κομμωτήριο, μια κοπέλα ονόματι Ζαχαρούλα, που σιγά σιγά έγινε Ρούλα κι έπειτα σε μια εξομολογητική αποφλοίωση έγινε Ρου. Η Ρου, λοιπόν, όταν κάνει διάλειμμα, πηγαίνει απέναντι στο γραφείο της ψυχαναλύτριας Βέρας, την οποία εμπιστεύεται και αρχίζει να ξεδιπλώνει τον ψυχισμό-της μέσα από την εξιστόρηση της πορείας-της.
            Από ένα νησί των Κυκλάδων όπου ζούσε ως έφηβη παρέα με τη φίλη-της Τιτίνα (με τις φαντασίες και τις φαντασιώσεις-τους) το σκάει και φτάνει στην Αθήνα. Εκεί στην αρχή μένει σε έναν περίεργο θείο-της, μονήρη όσο και αυταρχικό με δόσεις υστερίας, απ’ όπου φεύγει πάλι τραυματισμένη και βρίσκεται πλέον στο κομμωτήριο της Μαίρης, η οποία αναζητά συνεχώς το σεξ (έρωτα, ηδονή, πάθος, αγάπη), προκειμένου να επιβεβαιωθεί. Συνάμα, η μικρή Ρου νταραβερίζεται με τον Μάνο, που παίρνει ναρκωτικά, ενώ εκείνη είναι αντίθετη. Από την άλλη, και η 67χρονη, αν θυμάμαι καλά, Βέρα έχει χάσει τον γιο-της και νιώθει ένα κενό, που θέλει να το καλύψει ψάχνοντας ψυχοθεραπεία.
            Το κείμενο της Σπυροπούλου αναφύεται από το πλαίσιο στο οποίο η ίδια κινείται, αφού είναι ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια, κι έτσι αυτό βρίθει από ψυχικές παθήσεις, ανασφάλειες, τραύματα, ανεπούλωτες πληγές, λοξές χαρακιές και δείγματα ψυχικής ανισορροπίας, που κάνουν τους φορείς-τους να κλονίζονται και να καταρρέουν. Και κάπου μακριά αχνοφαίνεται ένα είδος οικογενειακής βίας. Πώς όλα αυτά μπορούν να γίνουν λογοτεχνία;
            Το έργο στηρίζεται κατά βάση στα λόγια της Ρου, αλλά ανάμεσα παρεμβαίνουν ερωτήσεις, λόγια της μαμάς-της στον τηλεφωνητή, ιστορίες άλλων, επιστολές προς και από την Τιτίνα, σαν να θέλει η συγγραφέας να δείξει από τη μία την αποσπασματικότητα της ψυχής της ηρωίδας-της κι από την άλλη ότι όσα λέει και ζει διασταυρώνονται με τις μαχαιριές ή τις χειραψίες των άλλων.  

Αφού το διάβασα:
            Νομίζω ότι το πρώτο ξεπέταγμα της Σπυροπούλου είναι στενά συνδεδεμένο με την ψυχαναλυτική-της πείρα, κι αυτό δεν προμηνύει λογοτεχνικά φτερά. Δείχνει πως το προσωπικό βίωμα μπορεί να ανάψει τη φλόγα που θα ζεστάνει το μελάνι, αλλά δεν ξέρω αν μπορεί να αντέξει σε πιο φιλόδοξα σχέδια.

[Εικόνες ελήφθησαν από:  www.frasne.net,  capitalchoicecounselling.com,  allYou.gr  και  www.vantagemag.com]

Πατριάρχης Φώτιος 

Saturday, May 20, 2017

“Η ώρα του αστεριού” της Κλαρίσε Λισπέκτορ

Ένα βιβλίο χωρίς υπόθεση, χωρίς στροφές, καμπές και λεωφόρους, χωρίς απότομες εναλλαγές και κινηματογραφικά πλάνα μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα σκέψης και αργής αλλά σταθερής πορείας στη φιλοσοφία της ζωής.


Βραζιλιάνικος gold Blade:
Clarice Lispector
“A Hora da Estrela”
1977

 
Κλαρίσε Λισπέκτορ
“Η ώρα του αστεριού”
μετ. Μ. Χατζηπροκοπίου
εκδόσεις Αντίποδες
2016
 


 Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή διαφημίστηκε ως η απόλυτη κυρία των βραζιλιάνικων γραμμάτων, ως μια από τις καλύτερες συγγραφείς της πορτογαλλόφωνης λογοτεχνίας, ως ένα κλασικό διαμάντι που δεν απασχόλησε ως τώρα το ελληνικό κοινό… Ίδωμεν λοιπόν.

Καθώς το διάβαζα:
            Με κατέλαβε εξ αρχής η πυκνή γραφή που είναι γεμάτη με εμβριθείς ατάκες, με λέξεις στοχαστικές, με φράσεις που με ωθούσαν κάθε τρεις και λίγο να σηκώνω το μολύβι για να τις σημειώσω.
   “Όλα στον κόσμο ξεκίνησαν από ένα ναι. Ένα κύτταρο είπε ναι σε ένα άλλο κύτταρο και γεννήθηκε η ζωή”.
            Κάθε φράση αποπνέει φιλοσοφικότητα, κάθε φράση συνδυάζει την πεζή ποίηση με τον στοχασμό. Έτσι, το μικρό βιβλιαράκι των 88 καθαρών σελίδων προμήνυε μια ανάγνωση πυκνή, αργή, που να σταματά σε κάθε παράγραφο, να βρίσκει σαμαράκια σε κάθε στροφή ώστε να με αναγκάσει να σταθώ και να σκεφτώ.
            Από ένα σημείο και μετά αυτή η εμμονή στη φράση αποκαλύπτει μια σκόπιμη δυστοκία στην ανάπτυξη πλοκής. Ο αφηγητής γνώρισε μια Νορντεστίνα, μια κοπέλα δηλαδή από ένα φτωχό μέρος της Βραζιλίας κι αποφάσισε να γράψει γι’ αυτήν, αν και δεν ξέρει τίποτα κι ούτε έχει αποφασίσει προς τα πού θα πάει την πέννα-του. Πολλές σελίδες είναι αφιερωμένες στην πράξη της γραφής, που ΘΑ συλλάβει και θα απλώσει στο χαρτί τη νεαρή κοπέλα, αλλά τίποτα δεν δείχνει πόσο πετυχημένη θα είναι αυτή η απόπειρα. Για αρκετό διάστημα μένω στις περιεκτικές φράσεις που εγκυμονούν τον έρωτα ή τη δράση…
          “Το βιβλίο αυτό είναι σιωπή. Το βιβλίο
αυτό είναι ερώτημα”
           
Ο λόγος λοιπόν τέμνεται πάνω σε τρεις άξονες: τον αυτοαναφορικό: ένας συγγραφέας στοχάζεται τι να γράψει, τον θρησκευτικό: μια αποκαλυπτική γραφή προοιωνίζει τι θα γίνει σαν μελλοντική προφητεία και τον κοινωνικό: η φτωχή Νορντεστίνα που αγωνίζεται σε αντίξοες συνθήκες. Η πλοκή θα δείξει πώς αυτοί οι τρεις κισσοί θα συμπλακούν μεταξύ-τους σε ένα πρασινωπό μεγαλείο.

            Τελικά η λεπτεπίλεπτη Μαρραμπέα, όπως αποκαλύπτεται ότι είναι το όνομά-της, τα φτιάχνει με τον Ολίμπικο, έναν τελείως διαφορετικό χαρακτήρα, φιλόδοξο αρριβίστα, που θέλει να ανέβει κοινωνικά. Τελικά, τη χωρίζει και τα φτιάχνει με τη φίλη-της, αναδεικνύοντας ακόμα περισσότερο πως η νεαρή κοπέλα είναι ό,τι πιο αθώο, ανυπεράσπιστο, “μια ποδοπατημένη αθωότητα, μια ανώνυμη δυστυχία”, όπως γράφει η ίδια η Λισπέκτορ. Φυσικά μέσα σ’ αυτήν την αγαθοσύνη, που γίνεται ενίοτε αφέλεια, κρύβεται μια “υπερηχητική” δύναμη, αν και κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει ότι “ξεπερνούσε με την ύπαρξή της το φράγμα του ήχου”.
            Μου θύμισε την ιδανική Λένι στο “Ομαδικό πορτρέτο με μία κυρία” του Μπελ, που με άδολη ανυποψίαστη αφέλεια λειτουργεί αν-ιστορικά και γι’ αυτό αθώα· μου θύμισε την Λάιλα στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Ρόμπινσον, που μαθαίνει τον κόσμο από την αρχή μέσα στην παραδείσια αθωότητά-της. Πρόκειται για ηρωίδες που δεν έχουν τίποτα ιδιαίτερο και εκκωφαντικό, τίποτα εκθαμβωτικό και φανταχτερό, αλλά κερδίζουν με την καθαρότητα του προσώπου-τους τον αναγνώστη.         

Αφού το διάβασα:
            Κάπου μέσα-μου συνειδητοποιώ ότι ένα τέτοιο βιβλίο είναι καθαρή λογοτεχνία, αφτιασίδωτη, φιλοσοφημένη, κρατημένη από τη δύναμη της πέννας και τη διαύγεια της ηρωίδας.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στον φιλόξενο ιστότοπο In2life στις 25/4/2017 και εδώ αναδημοσιεύεται με μικροαλλαγές. Η φωτογραφία της κορυφής είναι έργο της Masha Sardari]

Πατριάρχης Φώτιος