Tuesday, May 23, 2017

“Ρου” της Μαριαλένας Σπυροπούλου

Ψυχολόγοι που γράφουν λογοτεχνία, όπως ο Εμπειρίκος, η Τσελίκογλου, ο Αλεξανδρίδης κ.ο.κ., προσπαθούν διά της γραφής να ξεψαχνίσουν τον ψυχισμό του ανθρώπου και να αναδείξουν κρυφά τραύματα.


Freddo:

Μαριαλένα Σπυροπούλου
“Ρου”
εκδόσεις Μεταίχμιο
2016
 


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή έβλεπα το όνομα της συγγραφέως και τα άρθρα-της στην «Καθημερινή» κι ήθελα από περιέργεια να δω τι λογοτεχνία μπορεί να παραγάγει. Ένα πρωτόλειο λοιπόν με περιμένει…

Καθώς το διάβαζα:
            Μια νεαρή κοπέλλα δουλεύει σε κομμωτήριο, μια κοπέλα ονόματι Ζαχαρούλα, που σιγά σιγά έγινε Ρούλα κι έπειτα σε μια εξομολογητική αποφλοίωση έγινε Ρου. Η Ρου, λοιπόν, όταν κάνει διάλειμμα, πηγαίνει απέναντι στο γραφείο της ψυχαναλύτριας Βέρας, την οποία εμπιστεύεται και αρχίζει να ξεδιπλώνει τον ψυχισμό-της μέσα από την εξιστόρηση της πορείας-της.
            Από ένα νησί των Κυκλάδων όπου ζούσε ως έφηβη παρέα με τη φίλη-της Τιτίνα (με τις φαντασίες και τις φαντασιώσεις-τους) το σκάει και φτάνει στην Αθήνα. Εκεί στην αρχή μένει σε έναν περίεργο θείο-της, μονήρη όσο και αυταρχικό με δόσεις υστερίας, απ’ όπου φεύγει πάλι τραυματισμένη και βρίσκεται πλέον στο κομμωτήριο της Μαίρης, η οποία αναζητά συνεχώς το σεξ (έρωτα, ηδονή, πάθος, αγάπη), προκειμένου να επιβεβαιωθεί. Συνάμα, η μικρή Ρου νταραβερίζεται με τον Μάνο, που παίρνει ναρκωτικά, ενώ εκείνη είναι αντίθετη. Από την άλλη, και η 67χρονη, αν θυμάμαι καλά, Βέρα έχει χάσει τον γιο-της και νιώθει ένα κενό, που θέλει να το καλύψει ψάχνοντας ψυχοθεραπεία.
            Το κείμενο της Σπυροπούλου αναφύεται από το πλαίσιο στο οποίο η ίδια κινείται, αφού είναι ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια, κι έτσι αυτό βρίθει από ψυχικές παθήσεις, ανασφάλειες, τραύματα, ανεπούλωτες πληγές, λοξές χαρακιές και δείγματα ψυχικής ανισορροπίας, που κάνουν τους φορείς-τους να κλονίζονται και να καταρρέουν. Και κάπου μακριά αχνοφαίνεται ένα είδος οικογενειακής βίας. Πώς όλα αυτά μπορούν να γίνουν λογοτεχνία;
            Το έργο στηρίζεται κατά βάση στα λόγια της Ρου, αλλά ανάμεσα παρεμβαίνουν ερωτήσεις, λόγια της μαμάς-της στον τηλεφωνητή, ιστορίες άλλων, επιστολές προς και από την Τιτίνα, σαν να θέλει η συγγραφέας να δείξει από τη μία την αποσπασματικότητα της ψυχής της ηρωίδας-της κι από την άλλη ότι όσα λέει και ζει διασταυρώνονται με τις μαχαιριές ή τις χειραψίες των άλλων.  

Αφού το διάβασα:
            Νομίζω ότι το πρώτο ξεπέταγμα της Σπυροπούλου είναι στενά συνδεδεμένο με την ψυχαναλυτική-της πείρα, κι αυτό δεν προμηνύει λογοτεχνικά φτερά. Δείχνει πως το προσωπικό βίωμα μπορεί να ανάψει τη φλόγα που θα ζεστάνει το μελάνι, αλλά δεν ξέρω αν μπορεί να αντέξει σε πιο φιλόδοξα σχέδια.

[Εικόνες ελήφθησαν από:  www.frasne.net,  capitalchoicecounselling.com,  allYou.gr  και  www.vantagemag.com]

Πατριάρχης Φώτιος 

Saturday, May 20, 2017

“Η ώρα του αστεριού” της Κλαρίσε Λισπέκτορ

Ένα βιβλίο χωρίς υπόθεση, χωρίς στροφές, καμπές και λεωφόρους, χωρίς απότομες εναλλαγές και κινηματογραφικά πλάνα μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα σκέψης και αργής αλλά σταθερής πορείας στη φιλοσοφία της ζωής.


Βραζιλιάνικος gold Blade:
Clarice Lispector
“A Hora da Estrela”
1977

 
Κλαρίσε Λισπέκτορ
“Η ώρα του αστεριού”
μετ. Μ. Χατζηπροκοπίου
εκδόσεις Αντίποδες
2016
 


 Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή διαφημίστηκε ως η απόλυτη κυρία των βραζιλιάνικων γραμμάτων, ως μια από τις καλύτερες συγγραφείς της πορτογαλλόφωνης λογοτεχνίας, ως ένα κλασικό διαμάντι που δεν απασχόλησε ως τώρα το ελληνικό κοινό… Ίδωμεν λοιπόν.

Καθώς το διάβαζα:
            Με κατέλαβε εξ αρχής η πυκνή γραφή που είναι γεμάτη με εμβριθείς ατάκες, με λέξεις στοχαστικές, με φράσεις που με ωθούσαν κάθε τρεις και λίγο να σηκώνω το μολύβι για να τις σημειώσω.
   “Όλα στον κόσμο ξεκίνησαν από ένα ναι. Ένα κύτταρο είπε ναι σε ένα άλλο κύτταρο και γεννήθηκε η ζωή”.
            Κάθε φράση αποπνέει φιλοσοφικότητα, κάθε φράση συνδυάζει την πεζή ποίηση με τον στοχασμό. Έτσι, το μικρό βιβλιαράκι των 88 καθαρών σελίδων προμήνυε μια ανάγνωση πυκνή, αργή, που να σταματά σε κάθε παράγραφο, να βρίσκει σαμαράκια σε κάθε στροφή ώστε να με αναγκάσει να σταθώ και να σκεφτώ.
            Από ένα σημείο και μετά αυτή η εμμονή στη φράση αποκαλύπτει μια σκόπιμη δυστοκία στην ανάπτυξη πλοκής. Ο αφηγητής γνώρισε μια Νορντεστίνα, μια κοπέλα δηλαδή από ένα φτωχό μέρος της Βραζιλίας κι αποφάσισε να γράψει γι’ αυτήν, αν και δεν ξέρει τίποτα κι ούτε έχει αποφασίσει προς τα πού θα πάει την πέννα-του. Πολλές σελίδες είναι αφιερωμένες στην πράξη της γραφής, που ΘΑ συλλάβει και θα απλώσει στο χαρτί τη νεαρή κοπέλα, αλλά τίποτα δεν δείχνει πόσο πετυχημένη θα είναι αυτή η απόπειρα. Για αρκετό διάστημα μένω στις περιεκτικές φράσεις που εγκυμονούν τον έρωτα ή τη δράση…
          “Το βιβλίο αυτό είναι σιωπή. Το βιβλίο
αυτό είναι ερώτημα”
           
Ο λόγος λοιπόν τέμνεται πάνω σε τρεις άξονες: τον αυτοαναφορικό: ένας συγγραφέας στοχάζεται τι να γράψει, τον θρησκευτικό: μια αποκαλυπτική γραφή προοιωνίζει τι θα γίνει σαν μελλοντική προφητεία και τον κοινωνικό: η φτωχή Νορντεστίνα που αγωνίζεται σε αντίξοες συνθήκες. Η πλοκή θα δείξει πώς αυτοί οι τρεις κισσοί θα συμπλακούν μεταξύ-τους σε ένα πρασινωπό μεγαλείο.

            Τελικά η λεπτεπίλεπτη Μαρραμπέα, όπως αποκαλύπτεται ότι είναι το όνομά-της, τα φτιάχνει με τον Ολίμπικο, έναν τελείως διαφορετικό χαρακτήρα, φιλόδοξο αρριβίστα, που θέλει να ανέβει κοινωνικά. Τελικά, τη χωρίζει και τα φτιάχνει με τη φίλη-της, αναδεικνύοντας ακόμα περισσότερο πως η νεαρή κοπέλα είναι ό,τι πιο αθώο, ανυπεράσπιστο, “μια ποδοπατημένη αθωότητα, μια ανώνυμη δυστυχία”, όπως γράφει η ίδια η Λισπέκτορ. Φυσικά μέσα σ’ αυτήν την αγαθοσύνη, που γίνεται ενίοτε αφέλεια, κρύβεται μια “υπερηχητική” δύναμη, αν και κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει ότι “ξεπερνούσε με την ύπαρξή της το φράγμα του ήχου”.
            Μου θύμισε την ιδανική Λένι στο “Ομαδικό πορτρέτο με μία κυρία” του Μπελ, που με άδολη ανυποψίαστη αφέλεια λειτουργεί αν-ιστορικά και γι’ αυτό αθώα· μου θύμισε την Λάιλα στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Ρόμπινσον, που μαθαίνει τον κόσμο από την αρχή μέσα στην παραδείσια αθωότητά-της. Πρόκειται για ηρωίδες που δεν έχουν τίποτα ιδιαίτερο και εκκωφαντικό, τίποτα εκθαμβωτικό και φανταχτερό, αλλά κερδίζουν με την καθαρότητα του προσώπου-τους τον αναγνώστη.         

Αφού το διάβασα:
            Κάπου μέσα-μου συνειδητοποιώ ότι ένα τέτοιο βιβλίο είναι καθαρή λογοτεχνία, αφτιασίδωτη, φιλοσοφημένη, κρατημένη από τη δύναμη της πέννας και τη διαύγεια της ηρωίδας.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στον φιλόξενο ιστότοπο In2life στις 25/4/2017 και εδώ αναδημοσιεύεται με μικροαλλαγές. Η φωτογραφία της κορυφής είναι έργο της Masha Sardari]

Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, May 17, 2017

“Lady Cortisol” του Μισέλ Φάις

Τι απαντά ο άνθρωπος στο ερωτηματολόγιο της ζωής, όταν διχάζεται τόσο ανάμεσα στην ερώτηση και την απάντηση, όσο και ανάμεσα στις ποικίλες ερωτήσεις;


Θρακικός στη χόβολη:

Μισέλ Φάις
Lady Cortisol
εκδόσεις Πατάκη
2016
 


Πριν το διαβάσω:
Γιατί το διάλεξα; Επειδή η γραφή του Φάις είναι πάντα ερεθιστική, όσο και δύσκολη. Κι επειδή είχα καιρό να διαβάσω έργο-του (“Κτερίσματα”), είπα να δω αν συνεχίζει με τον ίδιο ρυθμό σε κάτι πιο μικρό, μια νουβέλα 120 σελίδων παραδείγματος χάριν.

Καθώς το διάβαζα:
            Ο Φάις ξεκίνησε από τον μεταμοντέρνο λόγο της “Αυτοβιογραφίας ενός βιβλίου” και σιγά σιγά το έχει γυρίσει στον μοντέρνο (εσωτερικό) μονόλογο που προσπαθεί να ανασυστήσει τον εσωτερικό κόσμο του αφηγητή ή του πρωταγωνιστή.
            Εδώ βέβαια ο εσωτερικός μονόλογος έχει πάρει άλλες διαστάσεις, αυτό του θεατρικού μονολόγου, εμπλουτισμένου με διαλογικά στοιχεία σε ένα συνεχές κατεβατό μίας και μόνης παραγράφου. Ουάου, φαίνεται χαοτικό και ατελείωτο. Ένας αόριστος, αόρατος και ανώνυμος αφηγητής απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο σε μια γυναίκα, την αποκαλούμενη ανάμεσα σε άλλα Lady Cortisol, την οποία ρωτά 28 ερωτήσεις (όπου η τελευταία ταυτίζεται με την πρώτη σε έναν φαύλο κύκλο) ένας άλλος, αφανής ψυχολόγος / ανακριτής / φωνή συνείδησης. Έτσι, ευτυχώς, το αχανές κείμενο διασπάται σε ανάλογες επιμέρους ενότητες, στις οποίες στην ουσία παρακολουθούμε τις απαντήσεις της γυναίκας. Κι οφείλω να αναγνωρίσω ότι ο συγγραφέας δείχνει μαεστρία στο πώς συναρμόζει σε ένα ενιαίο σύνολο αυτό το παραλήρημα, που στηρίζεται μεθοδικά στη σύζευξη τριών προσώπων, στις ερωταπαντήσεις, στη ροή της συνείδησης, στην απουσία ιστορίας…
            Χαρακτηριστικό αυτής της γραφής είναι η συσσώρευση λέξεων, φράσεων, μικροπράξεων, αναμνήσεων και σκέψεων, καθώς απουσιάζει η πλοκή με αλληλουχία νοημάτων. Αυτές οι παρατακτικά τοποθετημένες ψηφίδες ανακλούν το μύχιο είναι, σε ένα ενίοτε ονειρικό πλαίσιο, που αλλοιώνει το καθαρό είδωλο του ανθρώπου. Ωστόσο, το οικοδόμημα τραντάζεται γιατί ο συγγραφέας δίνει την αίσθηση ότι παρασύρεται από την ποιητική ροή, κλείνεται κρυπτικά και εσωστρεφώς στον κόσμο-της και περιδινείται στον χείμαρρό-της, μέσα στον οποίο κυματίζουν διάφορα υλικά, που αποσκοπούν στην ψυχική απόδοση μέσα από παφλασμούς λέξεων και εικόνων, παρά μέσα από την εξωτερική πραγματικότητα που αποτυπώνεται στο εσωτερικό είναι.

Με αυτόν τον τρόπο, η νουβέλα αποκτά θεατρικότητα, που μετατρέπει τον μονόλογο σε δυνάμει διάλογο, ο οποίος ενσωματώνει δύο είδη πολυφωνικότητας: αφενός των προσώπων κι αφετέρου της ίδιας της απαντώσας, που μοιράζεται σ’ αυτό που ήθελε να απαντήσει και σ’ αυτό που απαντά, σ’ αυτό που σκέφτεται και σ’ αυτό που λέει, σ’ αυτό που ήρθε στον νου-της και σ’ αυτό που έφτασε στο στόμα-της. Δείχνει, λοιπόν, έτσι, τον αποσπασματικό και συχνά διχασμένο εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, που συνάμα φοβάται και ωρύεται, ελπίζει και προσδοκά, αισθάνεται και σκέφτεται.
Κέντρο δηλαδή του κειμένου του Φάις είναι ο άνθρωπος, ο αόριστος, ο μέσος, ο καθημερινός άνθρωπος, καθώς σε διάφορα έργα-του μικρόκοσμοι ανθρώπων κινούνται σε ένα άχρονο περιβάλλον, διαχρονικό και παγκόσμιο, που απηχούν μερικές φορές και ιστορικά συμφραζόμενα. Ο άνθρωπος λοιπόν, που αντικατοπτρίζει η γυναίκα, είναι διττός και αντιφατικός, δεν έχει απόλυτες βεβαιότητες αλλά διστάζει σε κάθε-του κίνηση και λέξη, προσαρμόζεται σ’ αυτό που ζει και σ’ ό,τι τον πλησιάζει με επισφαλή βήματα…
           

Αφού το διάβασα:
            Τελικά μήπως και οι τρεις εμπλεκόμενοι είναι ένας; Μήπως δηλαδή πρόκειται για απορίες που ο αφηγητής θέτει στον εαυτό-του σαν να τον ρωτά ένας άλλος; Και μέσα από αυτές δείχνει τα δια-φυλικά, δι-ατομικά, δια-προσωπικά χαρακτηριστικά-του;

[Το κείμενο συνοδεύεται από εικόνες που βρήκα στα:  heroeswiki.com, jacksonupperco.com,  mosnarcommunications.com,  www.woman-elanvital.com  και  traducaodonovomundodefendida.wordpress.com]

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, May 14, 2017

“Οι επόπτες” του Μιχάλη Μιχαηλίδη

Ακρίβεια στη γραφή, πανοραμική άποψη αλλά και επιμονή στη λεπτομέρεια, παγκοσμιοποίηση, πρόοδος και εξέλιξη, οικονομικά συμφέροντα και καταστροφή της φύσης.


Καπουτσίνο με σαντιγί:

Μιχάλης Μιχαηλίδης
“Οι επόπτες”
εκδόσεις Νεφέλη
2016
 


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή από τότε που ο συγγραφέας πήρε ένα αμφιλεγόμενο βραβείο, το βραβείο του περιοδικού “Διαβάζω”, για το “Η σκύλα και το κουτάβι” αναρωτιόμουνα αν όντως είναι ένας λογοτέχνης ικανός για πολλά ή όχι. Το προηγούμενο βιβλίο-του που διάβασα, η “Πινακοθήκη τεράτων”, ήταν ένα σκάνδαλο.

Καθώς το διάβαζα:
            Προχωρώ με αυξημένο ενδιαφέρον για να δω πού το πάει ο Μιχαηλίδης. Δύο επόπτες, ο Νταν Κριστόφτε εκ μέρους της Δανίας και ο Σβεν Αλεξάντερσον εκ μέρους της Σουηδίας, επιβλέπουν μια υπερκατασκευή, μια τεράστια καλωδιακή γέφυρα, που θα ενώσει τις δύο χώρες από τη νήσο Ζηλανδία στην πρώτη έως το Μάλμε στη δεύτερη. Εκεί στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 ετοιμάζεται αυτό το κολοσσιαίο έργο, στο οποίο συμμετέχουν πολλές επιμέρους εταιρίες κάτω από την κοινοπραξία Διμερής Σύμπραξη και το έργο προβλέπεται να είναι έτοιμο μέχρι το 2000.
            Η αφήγηση μοιράζεται ανάμεσα στην οπτική του ενός και στην οπτική του άλλου, αλλά συνάμα τέμνεται τόσο από τα ντοκουμενταριστικά δοσμένα στοιχεία για τα χαρακτηριστικά της γέφυρας, τις τεχνικές λεπτομέρειες της κατασκευής, τα δομικά δεδομένα και την ενημέρωση που δίνεται για κάθε στάδιο της δουλειάς όσο και από τις σχέσεις που συνάπτονται ανάμεσα στους δύο επόπτες αλλά και άλλα μέλη του πολυεθνικού τιμ, όπως τη Γερμανίδα φωτογράφο Χάνα Ούκερμαν και την Αγγλίδα υπεύθυνη “προπαγάνδας” Γκουέν Μπέκινσεϊλ. Ο Σουηδός Αλεξάντερσον είναι πιο αμφισβητίας, ενώ ο Δανός Κριστόφτε πιστεύει πιο πολύ στην πρόοδο που συντελείται, αναθεματίζοντας “απατεώνες” που βγαίνουν και μιλάνε για υπέρβαση κόστους και άλλες παράπλευρες επιπτώσεις.
            Ποιος τελικά εποπτεύει ποιον σε ένα σκηνικό πολυψηφιδωτό και στο οποίο ο καθένας μπορεί να είναι άλλο από αυτό που δείχνει;
            “Οι επόπτες” αντικατοπτρίζουν την παγκοσμιοποίηση των καιρών-μας, όπου διακρατικές συμφωνίες υλοποιούνται με πολυεθνικά σχήματα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, εξελίσσεται το νέο αφήγημα της προόδου, που συντελείται προς όφελος της ανθρωπότητας και χωρίς να περιέχει ιδιοτελή κίνητρα για συγκεκριμένα πρόσωπα. Είναι το ανάλογο με το θαύμα του Μανχάταν, όταν στην αρχή του 20ού αιώνα εξελίχθηκε μια γιγάντια επιχείρηση ανοικοδόμησης κόντρα στους νόμους της βαρύτητας (δείτε το “Ο Φρόιντ στο Μανχάταν” του Λυκ Μποσί). Τώρα, μια υπεργέφυρα ενώνει δύο χώρες, συνδέει πολυάριθμα γκρουπ και ειδικότητες, ενώνει τεχνολογικά και επιστημονικά δεδομένα κ.ο.κ.
            Αλλά…
            Η παγκοσμιοποίηση, όπως την παρουσιάζει έξοχα ο Μιχαηλίδης, είναι μια πρόοδος στηριγμένη σε πολιτικά και οικονομικά (επιχειρηματικά) συμφέροντα. Επομένως, το ιδεολόγημα της προόδου, δηλαδή πως ό,τι γίνεται γίνεται προς όφελος του ανθρώπου και οδηγεί σε μια εξελικτική πορεία, είναι μάλλον ασταθές. Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι η τεχνολογική εξέλιξη είναι πρόοδος, δεν κρύβει μέσα της μικρά και μεγάλα ιδιοτελή συμφέροντα, δεν υπερβαίνει το κόστος με συνέπειες για τους λαούς, δεν περικλείει πολιτικές βλέψεις και επιδιώξεις, δεν οδηγεί σε μια φαντασμαγορία που δεν είναι απαραίτητα και ουσιαστική…           


Αφού το διάβασα:
            Από την αρχή μου άρεσε ο ώριμος τρόπος με τον οποίο αφηγείται ο Μιχαηλίδης. Όχι μόνο ξέρει να εξιστορεί με άνεση, με φυσικότητα, με άπλετη ομαλότητα, ώστε ο αναγνώστης να βλέπει κάθε σκηνή σαν να είναι μέσα και να αναγνωρίζει στους διαλόγους ύψιστη αυθεντικότητα, αλλά και ξέρει να ενορχηστρώνει πολλά επιμέρους σημεία, επιστημονικά και τεχνολογικά δεδομένα, ατομικές ψυχολογίες, αφηγηματικά στοιχεία κ.ο.κ. σε ένα οργανωμένο σύνολο.

[Η βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο In2life και εδώ αναδημοσιεύεται με μικρές αλλαγές και εικόνες από:  www.autoevolution.com,  www.space.dtu.dk,  tenspeedhero.com,  www.marketingmag.com.au  και  webagency.vecomp.it]

Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, May 11, 2017

“Ασκήσεις περιέργειας” του Κώστα Βρεττάκου

Ασκήσεις, δηλαδή δοκιμές· περιέργειας, όχι προς ένα ενδιαφέρον μέλλον αλλά προς ένα παρελθόν που ανασκαλεύεται και βγάζει, καθώς περνάει στο χαρτί, το προσωπικό, το δημόσιο, το γνωστό και το άγνωστο.


Μανιάτικος χωρίς γάλα:

Κώστας Βρεττάκος
“Ασκήσεις περιέργειας”
εκδόσεις Ποταμός
2016
 


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή το βράβευσε η Ακαδημία Αθηνών ως μυθιστόρημα, το βράβευσε τον Δεκέμβρη του 2016 ανάμεσα σε άλλα βιβλία, που κυκλοφόρησαν τον 2015, ενώ αυτό εκδόθηκε το 2016. Κι εγώ λοιπόν από “περιέργεια” ήθελα να δω τι βιβλίο είναι αυτό, ποιος είναι ο Βρεττάκος, τι είδους βράβευση ξεπήδησε ξαφνικά…

Καθώς το διάβαζα:
            Πρώτη διαπίστωση: το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα, τουλάχιστον με την κλασική έννοια, αλλά πιο πολύ “μυθιστορηματική (αυτο)βιογραφία”, μαρτυρία, προσωπικές καταθέσεις… Το εγώ του αφηγητή ταυτίζεται με αυτό του συγγραφέα, ο οποίος ασχολήθηκε επί μακρόν με τον κινηματογράφο, διετέλεσε ένα φεγγάρι Πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, και τώρα στα 86-του κάνει έναν απολογισμό της οικογένειάς-του. Δεύτερη διαπίστωση: ο Κώστας Βρεττάκος είναι γιος του γνωστού ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου, εκ Μάνης ορμώμενος, και στην ουσία το βιβλίο είναι τιμή στον πατέρα-του (που τον αναφέρει ως Λυκούργο) και στη μητέρα-του Πιπίτσα. Τα οράματα του πατέρα-του, η Πλουμίτσα, λίγο το αριστερό-του ποιόν και η δράση, ο θάνατός-του και από εκεί και πέρα το αρχείο-του, που θα ήθελαν να εκτεθεί στη Σπάρτη. Ο συγγραφέας ξεκινά να γράφει απευθυνόμενος στη μάνα-του και θέλοντας να διερευνήσει γιατί υπάρχουν δύο χρονολογίες γέννησής-της, με διαφορά πέντε χρόνια μάλιστα, ξεκίνησε μια έρευνα, έναν απολογισμό, μια μαρτυρία.   
             Τρίτη διαπίστωση: ο Νικηφόρος Βρεττάκος ανακηρύχθηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στις 26 Φεβρουαρίου 1986, γεγονός που εξηγεί την πρεμούρα των Ακαδημαϊκών να βραβεύσουν το βιβλίο του γιου-του πριν κλείσει η χρονιά. Ωστόσο το βιβλίο δεν είναι κακό. Πέρα από την ενημερωτική-του βάση για έναν μεγάλο ποιητή (λίγα λοξά πράγματα και όχι ιστοριογραφικά), λειτουργεί λογοτεχνικά τόσο ως προς την προσωπική στάση απέναντι στα πράγματα εκ μέρους του συγγραφέα όσο και ως προς τον χρόνο που δεν ακολουθεί την ευθύγραμμη πορεία, αλλά ανεβοκατεβαίνει σαν ασανσέρ.
            Αν το καλοκοιτάξει κανείς, η προσωπική κατάθεση φέρνει τον αφηγητή σε ένα εκκρεμές που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον πατέρα-του και στη μητέρα-του, ενώ πολύ λίγα στοιχεία μας δίνει για τον εαυτό-του. Έτσι, μπαίνει πλησίστιος στη γραφή για να μάθει (να εξακριβώσει) το παρελθόν (τη γέννηση) της μητέρας-του, αλλά γρήγορα οδηγείται στον πατέρα-του, ο οποίος είναι πιο διάσημος και επιφανής. Αλλά και γι’ αυτόν δεν δίνει πολλά στοιχεία για τη δημόσια ζωή-του και την ποίηση, αλλά περισσότερα για την ιδιωτική-του ζωή, το σπίτι στην Πλουμίτσα, την αριστερή-του αφανή δράση κ.ο.κ. Και σ’ αυτή την ιδιωτική ζωή συμπλέκεται με τον ίδιο τον Κώστα Βρεττάκο σε μια επάνοδο στον αφηγητή και στις σκέψεις-του. Όλο το έργο είναι μια τεθλασμένη γραμμή που ενώνει τα τρία πρόσωπα, σε σημείο που, όταν διαβάζει κανείς για το ένα, βρίσκεται, χωρίς να το καταλάβει, στα άλλα.

Αφού το διάβασα:
            Αξιοπρόσεκτη γραφή, αλλά λίγο μετέωρη ανάμεσα στο προσωπικό και το δημόσιο. Στο πρώτο θα ικανοποιούσε καλύτερα ένα μυθιστορηματικό κείμενο με περισσότερη πλοκή ή μια αυτοβιογραφία, εφόσον μιλάμε για έναν διάσημο (αυτο)συγγραφέα. Το δεύτερο θα ικανοποιούνταν καλύτερα από μια ντοκουμενταριστική βιογραφία, όπου ο πατέρας Νικηφόρος θα σκιαγραφούνταν μέσω της προσωπικής ματιάς αλλά και των εγγράφων που θα έπλαθαν το πρόσωπό-του.

[Οι εικόνες αντλήθηκαν από: www.tresorhotels.com,  www.mixanitouxronou.gr,  gr.pinterest.com,  gerontakos.blogspot.gr  και  eviaportal.gr]

Πατριάρχης Φώτιος 

Monday, May 08, 2017

“Η συνωμοσία της βανίλιας” του Πάνου Τσερόλα

Μια ιδεαλιστική βάση, το χτύπημα σε μέρη όπου παρακρατείται ο πολιτισμός άλλων χωρών, μια τρομοκρατική σειρά πράξεων που παίζει με την ευφυΐα του ήρωα και του συγγραφέα, οδηγείται σε ένα μυθιστόρημα καταδίωξης.



Καφές με βανίλια:

Πάνος Τσερόλας
“Η συνωμοσία της βανίλιας”
εκδόσεις Κέδρος
2016

 


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Διότι ο Κώστας, που ξέρει ότι ψάχνομαι, μου το έκανε δώρο, ακριβώς επειδή ο νεαρός Τσερόλας δεν είναι στη συνηθισμένη λίστα με τα τοπ ονόματα, αλλά έχει να πει κάτι στο λογοτεχνικό μου κοντσέρτο.

Καθώς το διάβαζα:
            Απαριθμώ κατευθείαν όσα με κράτησαν εγρήγορο σ’ αυτό το βιβλίο:
1.      Ο Τσερόλας είναι παραμυθάς. Έχει μια δαιμόνια άνεση στην αφήγηση, καλλιεργημένη, απ’ ό,τι είδα, στην απαιτητική γραφή παιδικών αναγνωσμάτων, έναν χρωστήρα που ξέρει να στήνει σκηνές, σκηνικά και διαλόγους, αλλά και σπιντάτα επεισόδια. Έτσι, τα γεγονότα τρέχουν, χαλαρά, γρήγορα, κυλάνε, αν και –νομίζω- όχι μπεστσελερίστικα, επιδερμικά και ανούσια.
2.      Ευφυής σύλληψη: μια τρομοκρατική οργάνωση χτυπά στόχους που έχουν σχέση με την κλοπή μνημείων του πολιτισμού από διάφορες χώρες σε διάφορες εποχές και φύλαξής-τους / έκθεσής-τους σε διάσημα μουσεία ή πινακοθήκες. Στην ουσία, η ίδια η ιστορία παρουσιάζει ενδιαφέρον με την αφηγήτρια Μάγια Χολμς, μουσειολόγο στο επάγγελμα να έχει καταλάβει τον δράστη, τον Μαρκ Ντράμερ, τον οποίο όμως ερωτεύεται καθώς τον είδε τυχαία δύο φορές σε Μοντεβίντεο και Βερολίνο αντίστοιχα, και τον ακολουθεί σε ένα road ταξίδι από το Λος Άντζελες στη Νέα Υόρκη. Η ίδια η πλοκή βάζει και τον αναγνώστη στον δρόμο του μυστηρίου και του έρωτα, αλλά συνάμα αφήνει μηνύματα για το διεθνές πολιτιστικό κατεστημένο, που έχει αποικιοκρατικά παρακρατήσει επιτεύγματα του πολιτισμού που δεν του ανήκουν.
3.      Μια μικρή φιλοσοφία περί ανθρώπινης ιστορίας: είναι αυτή σημαντική μόνο για το ανθρώπινο γένος που τη κληροδοτεί από γενιά σε γενιά σε ένα εύρος μόλις μερικών χιλιάδων ετών; Αντίθετα, η φύση, η γεωλογική ιστορία της γης, οι κοσμοϊστορικές αλλαγές δεν περιλαμβάνουν τον άνθρωπο και, αν αυτός χαθεί, κανείς άλλος, τουλάχιστον στον πλανήτη, δεν θα μπορεί να “διαβάσει” τον τελεσθέντα πολιτισμό-μας.

Από την άλλη με άφησαν ανικανοποίητο:
    1.      Το road movie μετατράπηκε σε ταινία δράσης και κυνηγητού σε όλον τον κόσμο, αφήνοντας κινηματογραφικές εικόνες και τεχνικές να χρωματίσουν τις σελίδες. Μ’ αυτόν όμως τον τρόπο, ο αναγνώστης μπαίνει στη λογική ενός αναγνωστικού τρεξίματος, που προσπερνά τις λογοτεχνικές γωνίες για να ρολάρει στους διαδρόμους μιας γρήγορης υπόθεσης.
2.      Οι διάλογοι αμφιταλαντεύονται ανάμεσα σε μικρά φιλοσοφικά τσιτάτα και σε εξυπνακίστικες ατάκες, σαν συνθήματα του τουίτερ, σαν ωραίες φράσεις για αφιερώσεις, αλλά όχι για λογοτεχνική εμβάθυνση. Έτσι, πολλές φορές νιώθω ότι διαβάζω διαγωνισμό ευφυΐας, όπου ο ένας χαρακτήρας προσπαθεί να νικήσει τον άλλο με στακάτες απαντήσεις, διαγωνισμό στον οποίο νικάει φυσικά ο Μαρκ, ο οποίος είναι δυναμικός, πολυμαθής και ετοιμόλογος.

Αφού το διάβασα:
            Τελικά, κατέβηκα πολύ από το σκαλί από το οποίο μπήκα, καθώς κλιμακωτά βρέθηκα σε κατώτερο επίπεδο από τη γη, από το επίπεδο του εδάφους, από τις προσδοκίες με τις οποίες ξεκίνησα την ανάγνωση.

[Οι εικόνες που συνοδεύουν τη βιβλιοπαρουσίαση ελήφθησαν από: blog.scarecrow.com, chmagginas.gr,  www.aflouvre.org,  www.huffingtonpost.com  και  pinterest.com]

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, May 05, 2017

“Μπλε άσπρο μαύρο” του Karim Amellal

Η Γαλλία, με τις εκλογές της Κυριακής, δείχνει ότι η επανάπαυση απέναντι στον ακροδεξιό κίνδυνο εκκολάπτει μια γενικότερη ιδεολογία ανοχής προς τις μεθόδους του φασισμού. Η αντίδραση σ’ αυτόν είναι επιβεβλημένη πριν εξελιχθεί σε καθεστώς.



Αλγερινός καφές στη χόβολη:

Karim Amellal
Bleu Blanc Noir
2016



“Μπλε άσπρο μαύρο”
μετ. Μ. Μητσός
εκδόσεις Πόλις
2017

 


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή η Γαλλία είναι ένας συγγενικός πολιτισμικός χώρος, του οποίου οι εξελίξεις, και οι πνευματικές και οι πολιτικές, μοιάζουν με τις δικές-μας. Επειδή η ακροδεξιά απειλεί όλο και περισσότερο σκιάζει την Ευρώπη, επειδή οι γαλλικές εκλογές που έρχονται κάνουν πιο επίκαιρους τους προβληματισμούς που θέτει ο Amellal.

Καθώς το διάβαζα:
             Ο αφηγητής, που φέρνει στον συγγραφέα, είναι Γαλλοαλγερινός, σπουδασμένος, φτασμένος στην ιεραρχία της τράπεζας στην οποία εργάζεται, σκεπτόμενο άτομο που βλέπει τη Μαρί Λεπέν να προελαύνει προς την εξουσία, ενώ όλοι είναι σχετικά εφησυχασμένοι ότι δεν πρόκειται να αλλάξουν πολλά, ακόμα κι αν…, ακόμα κι αν εκλεγεί. Παράλληλα, η Γαλλία συγκλονίζεται τόσο από τρομοκρατικές επιθέσεις ισλαμιστών φονταμενταλιστών και ακροδεξιών ρατσιστών, από πολιτικές και κοινωνικές ζυμώσεις, από πλήθος φωνών που κραυγάζουν υπέρ της μιας ή της άλλης πολιτικής.
            Το διακύβευμα βέβαια είναι η συμβίωση Ευρωπαίων Χριστιανών και Μαγκρεμπικών και Μεσανατολιτών Μουσουλμάνων, πάνω στη σκακιέρα της δημοκρατίας, της ανοχής, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της κοσμικότητας αλλά και της ασφάλειας, της εργασίας, της κοινωνικής ομαλότητας.
            Είπα και προηγουμένως ότι μοιάζουμε με τους Γάλλους: και δεν είναι μόνο η παγκοσμιοποίηση και η Ευρωπαϊκή Ένωση που μας φέρνει πιο κοντά, αλλά και η παρόμοια κοινωνική και πολιτική σκέψη, κληροδοτημένη ίσως από τη Γαλλική Επανάσταση και τη μετάγγιση ιδεών από τους Έλληνες που έζησαν στη Γαλλία, ο σοσιαλιστικός και φιλελεύθερος δικομματισμός, η ανάλογη στις δύο χώρες πολιτική φαυλότητα κ.λπ. Από την άλλη διαφέρουμε κιόλας: η μουσουλμανική κοινότητα στη χώρα και η σχέση-της με τη Β. Αφρική, το ακροδεξιό ρεύμα που φλερτάρει με την εξουσία, το ισχυρό διοικητικό σύστημα που αντέχει τους κραδασμούς, ο διαχωρισμός κράτους και εκκλησίας κ.ά. κάνουν τη Γαλλία να ξεφεύγει από τα ελληνικά δεδομένα.
            Αλλά και από την πλευρά των Γάλλων, όπως φαίνεται στο βιβλίο, η Ελλάδα είναι συχνή αναφορά τόσο για τον αριστερό ΣΥΡΙΖΑ όσο και για το Βυζάντιο και κυρίως την αρχαιότητα, την οποία έχουν περί πολλού· άλλωστε, η Γαλλική Επανάσταση και ο Διαφωτισμός άντλησε πολλά από αυτήν.
            Ο πρωταγωνιστής, για να γυρίσω στην υπόθεση του βιβλίου, περιηγείται ανάμεσα σε (μετριοπαθείς) ισλαμοφοβικές απόψεις και σε δεξιές πολιτικές, ανάμεσα σε ανεξίθρησκα πιστεύω και σε ακροδεξιά κηρύγματα σε μια Γαλλία που είναι εμφανώς διχασμένη. Το πανόραμα των αντιλήψεων δείχνει τη γενικότερη σύγχυση αλλά και την αδυναμία πολλών να καταλάβουν τι διακυβεύεται, αν εκλεγεί η Λεπέν.
            Τελικά, η Λεπέν εκλέγεται! Το σενάριο μοιάζει αντίβαρο στην ειρωνική σκηνοθεσία του Ουελμπέκ (“Υποταγή”) που έβαλε το Μουσουλμανικό Κόμμα να κερδίζει τις γαλλικές εκλογές. Κι έτσι με την ακροδεξιά στην ηγεσία όλοι (οι ξένοι, οι μουσουλμάνοι) αρχίζουν να ανησυχούν: κατάσταση έκτακτης ανάγκης για να αντιμετωπιστεί η προσφυγική κρίση, επαναφορά της θανατικής ποινής για την τρομοκρατία, αναστολή του δικαιώματος της διαδήλωσης, έλεγχος των καταγόμενων από αραβικές χώρες, η αστυνομοκρατία και η σταδιακή κατάργηση των ανθρωπίνων ελευθεριών, η δημιουργία γκέτο, η σύσταση πολιτοφυλακής, η σύλληψη πολιτικών, ο έλεγχος των ΜΜΕ και η γενικότερη φασιστοποίηση της κοινωνίας. Το χειρότερο, που παραπέμπει άμεσα σε τεχνικές Χίτλερ, είναι η κατάρτιση σχεδίων για να θέσουν υπό έλεγχο “ύποπτες” και “επικίνδυνες για ριζοσπαστικοποίηση” πληθυσμιακές ομάδες: στην αρχή οι Ρομά, οι μουσουλμάνοι, οι Άραβες, οι ομοφυλόφιλοι και οι οροθετικοί, στη συνέχεια οι μαύροι και οι Εβραίοι κι έπειτα οι Ανατολικοευρωπαίοι, οι Ασιάτες, οι θρησκευόμενοι…
            Το πετυχημένο με τον πρωταγωνιστή είναι ότι αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στη μετριοπάθεια και την αναβολή, ανάμεσα στην αραβική του καταγωγή που του λέει ότι κινδυνεύει και στην ευρωπαϊκή του σκέψη που του υποβάλλει την απάθεια και την εμπιστοσύνη στους απρόσωπους θεσμούς. Έτσι, εκφράζει τον μέσο άνθρωπο που δεν αντιδρά, εφησυχασμένος με τη δύναμη της δημοκρατίας (;), αφελής μέσα στην επερχόμενη κόλαση (;), αδύναμος να αντιληφθεί τον μελλοντικό κίνδυνο που γίνεται ραγδαία παρών (;), παθητικός μπροστά στις απειλές που δεν τις πιστεύει (;), ώσπου… Ο πρωταγωνιστής εντάσσεται με χίλιες επιφυλάξεις σε ομάδες αντίστασης, αλλά όσο προχωράει η υπόθεση, μπαίνει όλο και πιο βαθιά.

Αφού το διάβασα:
            Παρόλο που εξ αρχής το έργο φαίνεται ότι δεν διεκδικεί υψηλές λογοτεχνικές αρετές, καθώς ούτε στη γλώσσα, ούτε στην ατμόσφαιρα, ούτε στους υπόλοιπους χαρακτήρες βλέπουμε υψηλή στάθμη γραφής, είναι, και αυτό επιδίωκε, ένα μυθιστόρημα ιδεών που θέλει να αφυπνίσει μπροστά στον επερχόμενο ακροδεξιό κίνδυνο. Είναι ένα πολιτικό μυθιστόρημα που τοιχογραφεί τη Γαλλία και κεντρίζει τον αναγνώστη στις επικίνδυνες προοπτικές. Με έπεισε για την αληθοφάνεια των τεκμηρίων του και την αληθοφανή ρεπορταζιακή/ιστοριογραφική-του αποτύπωση, και σταδιακά για τη μετάλλαξη ενός μετριοπαθούς ανθρώπου σε πιο ενεργό υποκείμενο που σηκώθηκε από τη βολή-του και αντιστέκεται σε ό,τι φασιστικό διαχέει όλη την κοινωνία.

[Οι εικόνες που συνοδεύουν τη βιβλιοπαρουσίαση είναι παρμένες από: www.express.co.uk,  www.saphirnews.com,  incognegrablog.com,  yabiladi.com,  www.usmessageboard.com  και  france-fraternites.org]

            Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, May 02, 2017

“Ημέρα Ανεξαρτησίας” του Ρίτσαρντ Φορντ

Η 4η Ιουλίου είναι ένα αμερικάνικο εθνικό ορόσημο. Ο Φορντ κατάγει το εθνικό σύμβολο σε προσωπικό θέμα, άσχετο με την ίδια την Ιστορία, αλλά με πυλώνα μια ανεξαρτησία, μια ατομική πορεία διαμέσου των μεγάλων αυτοκινητοδρόμων, μια απόπειρα του πρωταγωνιστή να ξαναδεί τον εαυτό-του.


Cafe doppio:

Richard Ford
“Independence Day”
1995

Ρίτσαρντ Φορντ
“Ημέρα Ανεξαρτησίας”
μετ. Θ. Σκάσσης
εκδόσεις Πατάκη
2016

 


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή ο Ρίτσαρντ Φορντ έμεινε στον νου-μου ως σημαντικός συγγραφέας, τόσο λόγω της φήμης που τον συνοδεύει όσο και χάρη στον “Καναδά”, μυθιστόρημα στο οποίο είδα δείγματα μεγάλης μυθιστορηματικής ωριμότητας, αν και η δομή του έργου με προβλημάτισε.

Καθώς το διάβαζα:
             Πιάνω τώρα την “Ημέρα Ανεξαρτησίας” με την αίσθηση ότι έχω να κάνω με ένα Magnum Opus.
            Τόπος η μικρή πόλη Χάνταμ, που, αν και βρίσκεται κοντά στη Νέα Υόρκη, αναδίδει έντονη την επαρχιώτικη μυρωδιά και ταυτόχρονα “φαντάζει εύπορο και ανυποχώρητα σίγουρο ως προς τις αστικές προσδοκίες-του”. Εκεί ζει ο Φρανκ Μπάσκομπ, κτηματομεσίτης που έχει χωρίσει με τη γυναίκα-του Άνν, με έναν γιο και μια κόρη, με τη δουλειά-του να είναι μισή μπελάς και μισή ανάγκη, άλλοτε ζήλος κι άλλοτε βάλτος. Η αναζήτηση κατοικίας για ένα νεαρό ζευγάρι, τον Τζο και τη Φύλλις Μάρκαμ, καταλαμβάνει μεγάλο μέρος των πρώτων σελίδων, δείγμα ίσως της αμερικάνικης φιλοδοξίας να βρεθεί το cozy απάγκιο, που να συνδυάζει ανέσεις αλλά και εγγύτητα στις μεγάλες πόλεις (Ερώτηση 1: συμπεριλαμβάνεται στο αμερικάνικο όνειρο η κατάλληλη κατοικία ή αυτή θεωρείται κάτι συμβατικό;). Κι όμως μαζί προκύπτουν και αμφιβολίες για το αν ένα σπίτι οδηγήσει σε μια διαρκή δέσμευση που θα αναιρέσει την όποια ελευθερία. Κι ενώ η κατοχή ακίνητης περιουσίας είναι μια επιβεβαίωση, αυτή είναι ταυτόχρονα κι ένα πεδίο ανησυχιών και μικρών φοβιών.
            Μετά το αργό αυτό ξετύλιγμα των αμφιβολιών του ζευγαριού, η αφήγηση αποκτά ενδιαφέρον. Κι αυτό συμβαίνει γιατί από τη μια ο συγγραφέας επιταχύνει και διατρέχει τα γεγονότα με λιγότερη σχολαστικότητα κι από την άλλη εξιστορεί τη ζωή του πρωταγωνιστή από τη στιγμή που χώρισε με τη γυναίκα-του και αγόρασε το σπίτι-της έως τη στιγμή που μπήκε στο μεσιτικό γραφείο και έγινε πλέον από αθλητικογράφος κτηματομεσίτης (Ερώτηση 2: είναι η ζωή του πρωταγωνιστή αντιπροσωπευτική του μέσου όρου των Αμερικανών πολιτών;). Κι έπειτα παραμονές της επετείου της Ανεξαρτησίας, παίρνει τον γιο-του, ο οποίος ζει με τη μητέρα-του, για ένα διήμερο ταξίδι (προσωπικής και εθνικής) αυτοσυνειδησίας.
Και καθώς βυθιζόμαστε στη ζωή του Μπάσκομπ, αναζητούμε τι είναι αυτό που τον κάνει εξέχοντα μυθιστορηματικό ήρωα. Είναι η ζωή του αντιπροσωπευτικό δείγμα του Αμερικανού που μπορεί και τα καταφέρνει; Είναι όλο το άπλωμα κάτοπτρο μιας αμερικάνικης κουλτούρας που δείχνει πως ο άνθρωπος πρέπει να βάλει στόχο την ανύψωση, την αξιοποίηση των ευκαιριών, την πρόοδο, την κίνηση, τη συνεχή μεταπήδηση σε ό,τι τον εξυπηρετεί, παρά τις όποιες αβαρίες και λάθη; Είναι ένας άνθρωπος που ζει τη χαοτικότητα της εποχής;
Από εκεί και πέρα συνάντησα πάλι μια “αμερικάνικη” τεχνική ξεδιπλώματος της πλοκής: πάνω σε έναν βασικό άνθρωπο-χαρακτήρα συμπλέκονται άπειροι άλλοι, με τις μικρές ιστορίες-τους και τις παρενθέσεις που ανοίγονται στη δομή: το ζεύγος Μάρκαμ με την ανασφάλειά-του, η πρώην συνεργάτις του γραφείου Κλαιρ Ντιβέιν που βρέθηκε παλιότερα δολοφονημένη, η πρώην σύζυγός-του Ανν και ο γιος-του Πολ, η νυν φίλη-του Σάλλυ, ένας νταλικέρης ονόματι Τανκς, ο καινούργιος σύζυγος της Άνν Τσάρλυ κ.ο.κ. Όλοι αυτοί μοιάζουν με τους ορόφους σε μια πολυκατοικία και ο Φρανκ είναι το ασανσέρ, που πηγαινοέρχεται, κυριολεκτικά (μέσω των άπειρων αμερικάνικων αυτοκινητοδρόμων και λεωφόρων) ή νοητά (μέσω τηλεφώνου ή σκέψης), από τον έναν στον άλλο.

Αφού το διάβασα:
            Ομολογώ ότι το βρήκα αμερικάνικα παραφουσκωμένο. Ο διάλογος λ.χ. με τον φρουρό στην πύλη της οικίας του Τσάρλυ (όπως και άλλοι διάλογοι ή επιμέρους επεισόδια), παρόλο που είχε μια κάποια σκοπιμότητα, δείχνει πώς αντιμετωπίζει ο Φορντ και η σύγχρονη πεζογραφική τάση τις σκηνές-του: ως εκτενείς αφηγήσεις ή διαλόγους που πλατειάζουν, μάλλον σκόπιμα, για να αναδείξουν τον τρόπο σκέψης προσώπων και κοινωνιών.
            Ο Φορντ ξέρει να γράφει, το είχα διαπιστώσει και στον “Καναδά”, αφού μπορεί να κρατά την μπαγκέτα της γραφής-του με δεξιοτεχνία και σε μια πολυσέλιδη σύνθεση συνδυάζει την ατομική πορεία με τους συμβολισμούς περί ανεξαρτησίας του έθνους (ερώτηση 3: είναι όντως αυτή η παραλληλία υπαρκτή ή υποβάλλεται απλώς από τον τίτλο;). Θέματα όπως η ιδιοκτησία, η αυτογνωσία, το διαζύγιο, η πατρική ιδιότητα, η επαγγελματική δεοντολογία συμπαρατίθενται σε μια αλυσίδα μικρών εκρήξεων. Κάθε επεισόδιο έχει μια μικρή αξία, που, αν εστιάσει κανείς σ’ αυτήν, βρίσκει νόημα. Αν όμως θελήσει να τα συνδέσει, ψάχνει ένα νήμα που να διαπερνά όλο το κείμενο αλλά δεν ξέρω αν το βρίσκει.
            Εντέλει αναρωτιέμαι τι κέρδισα ως αναγνώστης σε ένα 700σέλιδο ανάγνωσμα που αφορά “ένα Σαββατοκύριακο, όπου δεν συμβαίνει τίποτα στην ουσία”, όπως γράφει η Barbara Ehrenreich στο “New Republic” (από το αυτί του βιβλίου). Πολλά και λίγα.

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στις 11/4/2017 στο In2life και εδώ κοσμείται με εικόνες από: www.thebeijinger.com,  www.taplowgroup.com,  www.shutterstock.com,  zenithelevatorz.com,  www.squarebooks.com  και  www.askideas.com]
Πατριάρχης Φώτιος