Tuesday, May 05, 2015

“Και τώρα δεν είναι αργά” του Κώστα Αρκουδέα και “Γκιακ” του Δημοσθένη Παπαμάρκου

Είναι η βεντέτα μια επίκαιρη έννοια, που ξαναδουλεύεται σήμερα από τους λογοτέχνες σαν κώδικας τιμής; Πόσο αναδεικνύει αισθήματα ή τραγικότητες σε μια εποχή άλλης ηθικής και νομικής δικαιοσύνης; Δυο βιβλία επεξεργάζονται το θέμα της εκδίκησης, βγαλμένης από τις “αρχαϊκές” κοινωνίες της αρβανίτικης Φθιώτιδας και της σκληροτράχηλης Μάνης.
 

Ελληνικός πολλά βαρύς και όχι:
 
 
Κώστας Αρκουδέας
“Και τώρα δεν είναι αργά”
εκδόσεις Κουκουνάρι
2014
 
Δημοσθένης Παπαμάρκος
Γκιακ
εκδόσεις Αντίποδες
2014
 
 

          Είχα ακούσει καλά λόγια από έναν φίλο για τον “Πειρατή”, μυθιστόρημα του Αρκουδέα που εκδόθηκε το 2003. Τώρα ο ίδιος συγγραφέας επεξεργάζεται τη νουβέλα, που είχε αποτελέσει τη μήτρα για τον “Πειρατή”, και την εκδίδει με ξυλογραφίες του Νίκου Σταυρακαντωνάκη. Η Μάνη συνάντησε την Κρήτη!
          Κι όντως η σύμπραξη στηρίζεται σε έναν κοινό κώδικα αξιών, που ενώνει την ηθική των δύο τόπων. Η νουβέλα αποτυπώνει ακριβώς το αξιακό σύστημα της Τραχήλας, ενός χωριού της δυτικής Μάνης, όπου ο Τζανέτος Γερακέας, προύχοντας του τόπου, οπλίζει το χέρι του δεκαπεντάχρονου γιου-του για να σκοτώσει την αδελφή-του Μαρίκα, η οποία βρέθηκε την πρώτη νύχτα του γάμου-της ατιμασμένη. Ο γαμπρός, ξενόφερτος λαδέμπορος, την επιστρέφει στον Τζανέτο με το στίγμα της “πειραγμένης” και φεύγει με τη φίλη της νεκρής Κλειώ. Μετά το φονικό ο Τζανέτος συνειδητοποιεί ότι μάλλον δεν έφταιγε η κόρη-του για την πομπή-τους…
          Η νουβέλα στηρίζεται στην τιμή της κοπέλας που πρέπει να μείνει ανέπαφη μέχρι τον γάμο, στην τιμή του πατέρα που οφείλει να τιμωρήσει την απρεπή κόρη, στην τιμή του αδελφού που είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει την παραδοσιακή αίσθηση της εκδίκησης. Ξεκινά ως επιστολικό λογοτέχνημα, γραμμένο από τον Πότη, και συνεχίζει στον ίδιο τόνο, επιστολιμαίο με σκόπιμη λήθη στο δεύτερο πρόσωπο, να μιλάει για τον τρόπο με τον οποίο η Μάνη καθορίζει τη μοίρα των ανθρώπων-της. “Η Μάνη”, λέει σε κάποιο σημείο, “είναι γεμάτη πλάσματα που ζητάνε το αίμα τους πίσω”.
          Η αφήγηση κύλησε ομαλά, η ιστορία εξελίχθηκε χωρίς κενά, το τέλος κράτησε τη μικρή-του έκπληξη… Ωστόσο, ο στόχος της συγγραφής της νουβέλας παραμένει άδηλος, αφού ούτε κάτι καινοτόμο διαβάσαμε, ούτε μια διεκτραγώδηση της ιστορίας είδαμε. Το αίμα μίλησε από μόνο-του, σαν το “Γκιακ” του Παπαμάρκου, κι ο αναγνώστης διάβασε μια καλογραμμένη (αναμενομένη) νουβέλα, που μπόρεσε δείξει νοοτροπίες και ήθη.
 
          Απ' την άλλη, στα διηγήματα του Παπαμάρκου είδα πάλι την αφηγηματική δεξιότητα που είχα ξαναδεί στην προηγούμενη συλλογή-του με τον τίτλο “Μεταποίηση”. Εξαιρετική γραφή, εύστοχα διαμορφωμένο ύφος, που αναδεικνύει το αρβανίτικο ιδίωμα, τη χωριάτικη προφορά, τον τρόπο εκφοράς του λόγου από τη γενέτειρα του συγγραφέα Μαλεσίνα. Ο αναγνώστης στέκεται έκθαμβος μπροστά στην πιστή απόδοση της ντοπιολαλιάς και μέσω αυτής αντιλαμβάνεται την ψυχολογία των απλών ανθρώπων.
          Οι ιστορίες σχετίζονται, άμεσα ή έμμεσα, με τη Μικρασιατική εκστρατεία και τις συνέπειές-της στους απλούς ανθρώπους που την έζησαν και γύρισαν πίσω με το στίγμα-της. Όμως, όπως εννοεί και ο τίτλος (γκιακ = αίμα αλλά και νόμος του αίματος, δηλαδή εκδίκηση), στις περισσότερες από αυτές αναδεικνύεται η τιμή που οδηγεί τους φορείς-της σε πράξεις εκδίκησης, για να διασωθεί η οικογενειακή και προσωπική υπόληψη. Γι’ αυτό μοιάζει με τη μανιάτικη τιμή του Αρκουδέα, συνδέοντας το τοπικό δίκαιο με ανάλογα έθιμα σε άλλες περιοχές. Μένει να δούμε ένα αντίστοιχο από την Κρήτη, όπως π.χ. το “Κοστούμι στο χώμα” της Καρυστιάνη, για να συμπληρωθεί η τριάδα των περιοχών που έχουν τροφοδοτήσει με τη βεντέτα-τους το λογοτεχνικό σώμα.
          Ωστόσο, είδα στην τελευταία συλλογή του Παπαμάρκου μια ισχνότητα ως προς το εύρος της ιδέας-του. Είδα διηγήματα κλειστής εμβέλειας, αφού το αίμα και η εκδίκηση δεν μου προσέφερε τη γοητεία και τον σοκαριστικό αιφνιδιασμό που μου είχαν προσφέρει τα κείμενα της “Μεταποίησης”. Εκεί η βία και η παρουσία του κακού ερχόταν να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά, να προκαλέσει μικρά σοκ στον αναγνώστη. Εδώ, ο αιφνιδιασμός απουσιάζει, οι ιστορίες εξελίσσονται χωρίς καμπές, η τιμή και η εκδίκηση δεν έχουν να προσφέρουν κάτι καινούργιο στους αποδέκτες-τους. Εξαιρετικός χειρισμός μιας κεντρομόλου (κλειστής, δηλαδή περιορισμένης) ιδέας. 

{Ο πίνακας κορυφής είναι "Ο Φόνος" του Paul Cezanne (1867). Οι εικόνες που στολίζουν το κείμενο είναι παρμένες από www.tresorhotels.com, www.mothersblog.gr, www.ecclesia.gr, www.im-leka.gr και www.onalert.gr}
Πατριάρχης Φώτιος

29 comments:

Ρόζα said...

Και μετά τον ευχάριστο πρωινό
καφέ στο γραφείο του ανακριτή,
στο πατριαρχείο για φονικά και
για βεντέτες.
Καλά, χρυσέ μου, αφού έπαιξες
Αρκουδέα, χάθηκε να βάλεις
το "παράφορο πάθος"; Που είναι
και επίκαιρο...

Πατριάρχης Φώτιος said...

Ρόζα, καλημέρα.
Δεν έχω υπόψη-μου το "Παράφορο πάθος".
Είναι καλύτερο;
Π.Φ.

Ρόζα said...

Διάβασε τις κριτικές για το
βιβλίο του Αρκουδέα και την
παρουσίαση του "Τάλγκο" του
Αλεξάκη από τον/την βιβλιοκοκκυγία.
Μετά, διάβασε και τα δύο βιβλία
και γράψε εσύ. Όχι κριτικά,
συγκριτικά, τεχνικά. Για το θέμα
πες, αυτό καθαυτό. Αν θες.
Ύστερα ίσως πω κι εγώ...

Καλημέρα

Ρόζα said...

Και κάτι άσχετο, και συγγνώμη κιόλας, αλλά δεν μπορώ να μην το πω.
Ο Μακριδάκης, από τη Χίο, με πιρόγα έρχεται;

Anonymous said...

Διάβασα το ΓΚΙΑΚ. Συμφωνώ ότι είναι καλογραμμένο αλλά δεν ξέρω αν κομίζει κάτι νέο
Νομίζω ότι ο Βαλτινός έχει πάει ήδη εκεί, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τη γραφή.
Εγείρει ωστόσο ένα θέμα: η μίμηση διαλέκτου συνιστά ύφος;

Στέλιος

Πατριάρχης Φώτιος said...

Ρόζα, δεν ξέρω αν έχω την όρεξη τώρα να διαβάσω άλλο Αρκουδέα,
πολύ περισσότερο να κάνω όλα αυτά που λες.
Όσο για τον Μακριδάκη (άσχετο),
άσε να τον συζητήσουμε,
όταν δημοσιεύσω γι' αυτόν ό,τι έγραψα στο In2life: http://www.in2life.gr/culture/book/article/384194/anti-stefanoy-anti-oymanismos-dia-heiros-makridakh.html.

Π.Φ.

Πατριάρχης Φώτιος said...

Στέλιο, συμφωνώ με όσα λες.
Ως προς το τελευταίο,
ναι, η μίμηση διαλέκτου είναι ύφος:
είναι η ένδυση του κειμένου με την ανάλογη φορεσιά,
όπως άλλος επιλέγει την αργκό των νέων, την μάγκικη ιδιόλεκτο της φυλακής, το μποέμικο ύφος ενός λαϊκού τύπου κ.ο.κ.
Δηλαδή χωρίς να μιλάει έτσι μπαίνει στον αντίστοιχο ρόλο,
και γλωσσικά.
Νομίζω ότι είναι μια επιλογή που εκτείνει τα όρια της γλώσσας
μέσω της λογοτεχνικής-της χρήσης.
Π.Φ.

Anonymous said...

Πατριάρχα, νομίζω ότι το ύφος ενός συγγραφέα ορίζεται ως κάτι αμίμητο. Στην Ελλάδα βέβαια έχει δημιουργηθεί μια παράδοση μονολογικών μυθιστορημάτων, όπου ο συγγραφέας "ντύνεται" ένα πρόσωπο (Κιβώτιο, Τρίτο Στεφάνι, Μητέρα Σκύλου, κλπ). Δεν το απορρίπτω, έχει την αξία του αλλά ίσως πρέπει να δοκιμαστούν και άλλοι τρόποι, ελέω ανανέωσης... Μην ξεχνάς ότι η σύγχρονη λογοτεχνία που ξεκινάει από τον Φλωμπέρ (ναι;) βασίζεται σε αυτό που αργότερα είπε ο Τζόυς για τον αόρατο καλλιτέχνη Θεό που αδιάφορος παρακολουθεί κόβοντας τα νύχια του.

Στέλιος

Νώντας Τσίγκας said...

Το "Γκιακ"...
Πρώτον. Ωραίος λόγος. Κείμενα δομημένα με βάση το ιστορικό πλαίσιο της μικρασιατικης εκστρατείας. Πάνω του αποτυπωμένες οι ανθρωπινες ιστορίες.
Μου π΄ροσφερε αυτό το βιβλιαράκι την άλλη ματιά στη μονόπαντη ανάγνωση τού "έπους" της καταστροφής αμας που πρωτα ήτανθρίαμβος. Και διάβασα πισω του μια ιστορία του έπους της θηριώδίας των ελλήνων.Που εξηγεί εν μερει και τον ...συνωστισμό λιγο μετά. Πολυ καλη χρήση του ρουμελιώτικου/αρβανίτικου ιδιώματος -τίπτα δεν με κουρασε/δεν με πήγε στην ηθογραφία.
Τα "Νόκερ" και "Το γυάλινο μάτι" κορυφαία διηγήματα. Ο συγγραφέας αυτός έχει βάθος και ζουμία κι έγραψε μια σπουδαία ενότητα.
Η "παραλογή" με ξαφνιασε για τον τρόπο με τον οποίο έχει σκύψει πάνω στη λαλιά του τόπου και στις πηγες. Κάπως ξεκάρφωτο αλλα μας μαθαίνει για το γραφιά...
Συγγνωμη αν είμαι πολύ αφοριστικός.

Το άλλο βιβλίο δεν το διάβασα

Πατριάρχης Φώτιος said...

Στέλιο,
λες κάτι που με έκανε να σκεφτώ
αν το προσωπικό ύφος μπορεί να ταυτιστεί απλώς με μια κοινωνική γλώσσα ή γεωγραφική διάλεκτο.
Αν δηλαδή αυτό φτάνει.
Θεωρητικά όχι,
αλλά αν ο Χ λογοτέχνης γράφει
στη γλώσσα λ.χ. των ταξιτζήδων
ή στην τσακώνικη διάλεκτο,
κάτι δηλαδή που διαφέρει από τη νόρμα,
τότε εγκολπώνεται αυτή τη μορφή της γλώσσας ως δικό-του ύφος.
Αν τώρα γράφουν πολλοί π.χ. στη θεσσαλική διάλεκτο,
τότε το ύφος καθενός θα πρέπει να διαφοροποιηθεί
με επιπλέον ιδιαίτερα γνωρίσματα.
Αν κατάλαβα πού το πας...
Πατριάρχης Φώτιος

Πατριάρχης Φώτιος said...

Νώντα, όλα αυτά που λες
μου έκαναν κι εμένα εντύπωση,
αλλά σε ένα λογικό, εγκεφαλικό στάδιο της ανάγνωσης.
Συναισθηματικά με άφησαν μέχρις ενός σημείου απ' έξω.
Ο κόσμος που ο Παπαμάρκος πλάθει,
ένιωθα, δεν ξέφευγε από τα όριά-του,
ώστε να φτάσει συναισθηματικά ως εμένα.
Συγκριτικά με τη "Μεταποίηση" αισθανόμουν μια υστέρηση.
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

Πατριάρχα, δεν έχεις άδικο. Αν όμως τραβήξουμε στα άκρα συτό το σκεπτικό- αρκεί να εφεύρει μια διάλεκτο κανείς για είναι συγγραφέας; Ή καλύτερα: Αν υποθέσουμε ότι έχει μείνει ένας τελευταίος ομιλητής κετσούα στον κόσμο, τα γραπτά του είναι λογοτεχνία;
Επίσης, νομίζω ότι διάλεκτο έχουν μόνο οι εθνοτικές ομάδες (αν το λέω σωστά, δεν είμαι ειδικός). Ο έλληνας βλάχος μιλάει βλάχικα, ο έλληνας ταξιτζής ελληνικά...

Στέλιος

Πατριάρχης Φώτιος said...

Στέλιο,
νομίζω ότι συνεννοούμαστε μες στις όποιες διαφωνίες-μας.
Καταρχάς, διάλεκτος είναι μια τοπική μορφή γλώσσας,
που μιλιέται σε μια περιοχή,
ενώ κοινωνική γλώσσα
είναι μια μορφή-τους που μιλιέται από μια κατηγορία ανθρώπων (π.χ. η αργκό των νέων, των ομοφυλόφιλων, η φρασεολογία λ.χ. των κομπιουτεράδων κ.ο.κ.).
Ανάμεσα σε τοπικές, επαγγελματικές, μορφωτικές μορφές
ο συγγραφέας επιλέγει μία ή και περισσότερες (ανάλογα με τους ήρωές-του) "γλώσσες".
Επομένως, ένας λογοτέχνης δεν μπορεί να εφεύρει μια διάλεκτο,
μπορεί να επιλέξει από τις προαναφερθείσες
και επιπλέον να διαμορφώσει το δικό-του ύφος με τις ιδιαίτερες υφολογικές-του ιδιοτυπίες.
Μάλιστα κατά πολλούς,
ο συγγραφέας είναι η γλώσσα ή ο συγγραφέας είναι το ύφος (νομίζω ότι ο Μπαλζάκ το είπε αυτό).
Αυτό φυσικά δεν φτάνει. Έχεις δίκιο.
Είναι όμως ίδιον της λογοτεχνίας να ντύνει τα νοήματά-της με γλωσσικά ρούχα
και να παρουσιάζει την πραγματικότητα
με τον τρόπο κάθε ήρωα
(επάγγελμα, στάση ζωής, θρησκεία, ιδεολογία κ.ο.κ. και φυσικά γλώσσα).
Αλλιώς μένει σε μια ρηχή αναπαράσταση της καθημερινής ομιλίας.
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

Και κάτι τελευταίο που θα ήθελα να θέσω με την ευκαιρία: Ίσως εδώ να εντοπίζεται η παθογένεια της ελληνικής πεζογραφίας, στο γεγονός ότι δίνει περισσότερη έμφαση στη γλώσσα (που εντέλει είναι το περιτύλιγμα) παρά στο ύφος και το περιεχόμενο.
Διαβάζοντας το ΓΚΙΑΚ βλέπεις τον ιό με το μικροσκόπιο

Στέλιος

Anonymous said...

Πατριάρχα, η απάντησή σου με βοηθά να γίνω πιο συγκεκριμένος. Πολύ σωστά λες ότι ο συγγραφέας ντύνεται τη γλώσσα και τον τρόπο κάθε ήρωα.
Να γιατί έχει καθηλωθεί η ελληνική πεζογραφία: Ο συγγραφέας ντύνεται έναν ήρωά του, όχι τον κάθε ήρωα. Δεν ξέρω αν γίνομαι σαφής. Ο έλληνας συγγραφέας προτιμά να είναι ηθοποιός επί σκηνής παρά σκηνοθέτης.

Στέλιος

Πατριάρχης Φώτιος said...

Στέλιο, την πρωινή-μου καλημέρα.
Γιατί διαχωρίζεις τη γλώσσα από το ύφος;
Το τελευταίο δεν είναι διακριτή πτυχή της πρώτης;
Η ουσία βέβαια είναι το τελευταίο-σου σχόλιο,
που λέει ότι ο συγγραφέας επιλέγει ένα ύφος και δεν το επιμερίζει σε ΚΑΘΕ ομιλούντα χαρακτήρα.
Σωστά.
Γι' αυτό βλέπουμε συχνά μονοφωνικά κείμενα,
που ισοπεδώνουν τους πάντες.
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

Καλημέρα Πατριάρχα, δεν τα διαχωρίζω. Απλά τους δίνω μια σειρά. Η γλώσσα είναι ένα από τα συστατικά του ύφους. Η γλώσσα υπάγεται στο ύφος και όχι το ανάποδο.
Η πολυφωνία είναι απαραίτητη συνθήκη για την πεζογραφία. Εκεί ακριβώς πάσχουμε. Γι' αυτό δεν ενδιαφέρουμε στον διεθνή στίβο. Ούτε η γλώσσα φταίει που είναι δύσκολη και δεν μιλιέται από πάρα πολλούς (η μικρή Ουγγαρία, πχ, δεν βλέπω να έχει τέτοιο πρόβλημα) ούτε "η έλλειψη σιδηροδρόμου".

Στέλιος

Anonymous said...

Και ένα τελευταίο για το ΓΚΙΑΚ : κατά πόσο εμάς εδώ θα μας ενδιέφεραν πχ πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις χωριατών στρατιωτών του Αμερικάνικου εμφυλίου στην ανάλογη γλώσσα;

Στέλιος

Πατριάρχης Φώτιος said...

Στέλιο,
ωραία συζητάμε.
Αλλά δεν μου κάθεται καλά όπως το εκφράζεις:
εγώ νομίζω ότι το ύφος περιλαμβάνεται στη γλώσσα, είναι υποσύνολό-της,
αφού το ύφος του Χ συγγραφέα,
ή αν θες, τα ύφη των ηρώων-του
δεν είναι ένα πλήθος χαρακτηριστικών,
υπαρχόντων ή πεποιημένων,
που αποτελούν μέρη της ευρύτερης γλώσσας;
Κι αν ακόμη ένας συγγραφέας πλάθει ύφος,
στην ουσία δεν προεκτείνει τη γλώσσα με την τέχνη-του;
Πώς εννοείς το ύφος περιλαμβάνει τη γλώσσα;
Τι άλλο δηλαδή είναι, ώστε να θεωρείς τη γλώσσα υποσύνολό-του;
Πατριάρχης Φώτιος

Νώντας Τσίγκας said...

Αγαπητέ Στέλιο,
Δεν νομίζω ότι το "Γκιακ" κατακλύζεται από τόσα πολλά … «ιδιωματικά στοιχεία», Ούτε καν στο 1/10 δεν αντιστοιχούν αυτά σε σχέση μ’ αυτό που συναντάμε στα πρώτα κείμενα του Σωτήρη Δημητρίου...
Το κείμενο είναι κατανοητό ΑΠΟΛΥΤΩΣ και σχεδόν χωρίς την ανάγκη ν’ ανατρέξει κανείς σε γλωσσάρι.
Διατηρεί το λαχάνιασμα, την ανάσα του αφηγητή, αποκαλύπτει τραγικότητες, προκαλεί, σε κάνει να μετέχεις συναισθηματικά-προκαλει την εμπλοκή σου (διαφωνώ με τον Φώτιο επ’ αυτού- που ισχυρίζεται ότι κάτι τέτοιο δεν του συνέβη)
Και φυσικά θα μ΄ενδιέφερε ν΄ακούσω [=διαβάσω] αφήγημα από αμερικανό χωριάτη που πολέμησε στον εμφύλιο.
Κι ύστερα ο τόσο ιδιωματικός (γιατί η γλώσσα ήταν ολότελα δική του και κατασκευασμένη απολύτως) Νίκος Καζαντζάκης πως κατάφερε -μου λες -κι έγινε παγκόσμιος;
Έχω επίσης ένσταση στο ότι ο συγγραφέας πρέπει να’ ναι σκηνοθέτης και να ζει με όλους τους ρόλους επί σκηνής. Ίσως αυτό να ισχύει [μερικώς] για το μυθιστόρημα. Στο διήγημα νομίζω πως πρέπει αυτός να ναι πρώτα πρώτα α ρ χ ι τ έ κ τ ο ν α ς! Κι επειδή εκεί πολύ συχνά μιλά κανείς σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο συλλαμβάνεται μοιραία να μεροληπτεί έναντι της κεντρικής ιδέας /μηνύματος φορώντας τη μάσκα ενός!
Πιστεύω να με αντιλαμβάνεσαι...

Anonymous said...

Πατριάρχα, εδώ είναι η διαφωνία μας. Ορίζουμε διαφορετικά το ύφος. Πρώτα απ' όλα εσύ το αποδίδεις στα πρόσωπα, εγώ στον συγγραφέα. Προσωπική άποψη: το ύφος είναι το κράμα γλώσσας και θέματος.

Στέλιος

Anonymous said...

Αγαπητέ Νώντα, δεν καταδικάζω την ιδιωματική λογοτεχνία ούτε τη μονοφωνική αφήγηση. Καλό είναι που υπάρχει- απλά νομίζω ότι έχει γίνει συνταγή στην Ελλάδα ο προφορικός λόγος που λειτουργεί και ως "μαρτυρία". Όπως είπα και πριν, αυτά τα εδάφη έχουν πατηθεί από τον Βαλτινό... Οπότε ας πάμε (αν μπορούμε) λίγο παραπέρα. Επίσης, η συναισθηματική εμπλοκή του αναγνώστη είναι σεβαστός πλην χαμηλός στόχος.
Συμφωνώ για τον σκηνοθέτη συγγραφέα, ότι στο διήγημα δεν είναι απαραίτητος.
Τέλος, για τον Καζαντζάκη, ναι, έγινε παγκόσμιος αλλά ως greek folklore βασικά.

Στέλιος

Πατριάρχης Φώτιος said...

Νώντα,
τα είπες πολύ καλά,
ειδικά σε ό,τι αφορά στον τρόπο χειρισμού της γλώσσας από τον Παπαμάρκο,
και στη λειτουργία του συγγραφέα στο μυθιστόρημα και στο διήγημα.

Η μόνη-μας διαφωνία είναι πόσο όλα αυτά έρχονται από το "Γκιακ" νοητικά ή συναισθηματικά,
πόσο θα θυμάται η ψυχή-μας ό,τι διάβασε μετά από καιρό.

Καλημέρα
Πατριάρχης Φώτιος

Πατριάρχης Φώτιος said...

Στέλιο, ένα δυο πραγματάκια που με μπέρδεψαν:
1. Το ύφος είναι γλωσσική επιλογή, πώς εμπλέκεται το θέμα μέσα-του;
Διάβασα έναν δυο ορισμούς, όλοι το θέτουν στο επίπεδο της έκφρασης.
Άλλο φυσικά αν η κατάλληλη έκφραση-ύφος
συνδέεται με το αντίστοιχο περιβάλλον, θέμα, συνθήκες, χαρακτήρα κ.ο.κ.

2. Πώς συνδέεις το ύφος με τον συγγραφέα;
Αφού προηγουμένως έλεγες, αν δεν σε παρεξηγώ,
ότι στα κείμενα ενός λογοτέχνη πρέπει να διακρίνεται το ύφος κάθε ήρωα;
Αν όχι, τότε κάθε συγγραφέας θα είχε ΕΝΑ ύφος,
κάτι που στην πράξη συνήθως συμβαίνει,
αλλά αυτό θα τον οδηγούσε σε μανιέρα.
Είναι ένα από τα συμπτώματα της ελληνικής πεζογραφίας: στο ένα μυθιστόρημα ο ταξιτζής μιλά όπως στο άλλο (του ίδιου συγγραφέα) μιλά η νοικοκυρά.
Καλημέρα
Πατριάρχης Φώτιος

kineas said...

Διάβασ το Γκιακ και το θεωρώ εξαιρετικό. Η γλώσσα αλλά και ο κοινός τόπος δίνουν στις ιστορίες μια κοινή βάση. Το ίδιωμα και η Μικρασία ως τόπος που συνδέεται με όλες τις ιστορίες ειναι η βάση, και βοηθάει να αντιμετωπίζεται ως ενιαίο κείμενο.Κάθε ιστορία νομίζω αντιπροσωπεύει και ένα συναίσθημα. Η εκδίκηση, ο ανεκπλήρωτος έρωτας, η ντροπή,κοκ
Σαφώς και τα μικρά σε έκταση διηγήματα θα μπορούσαν να δουλευτούν περισσότερο, η "Παραλογή" επίσης μπορεί να είνα ξεκάρφωτη αλλά είναι παράδοση, όπως πιθανώς να αντιλαμβανόμαστε και τις υπόλοιπες ιστορίες (λόγω του τόπου και χρόνου της δράσης τους). Ανδρικό βιβλίο και μου κάνει εντύπωση, που έχει βρεί κοινό! Το αξίζει όμως.

Πατριάρχης Φώτιος said...

Kinea,
συμφωνώ απόλυτα για τα θέματα που θίγει ο Παπαμάρκος
κι ακόμα περισσότερο επαυξάνω,
θεωρώντας άρτια την επεξεργασία των διηγημάτων, τόσο γλωσσικά όσο και αφηγηματικά.
Αυτό που δεν μπορώ να δω είναι τι κομίζει στην τέχνη,
πόσο θα με απασχολούν τα κείμενα αυτά μακροπρόθεσμα
σε τι μου άλλαξε την οπτική γωνία.
Αυτό
Πατριάρχης Φώτιος

kineas said...

Αγαπητέ Πατριάρχη
Υποθέτω κρίνεις τα βιβλία με ένα κοινό πλάισιο "αξιολόγησης", και όχι με ένα μεταβαλομένο πλαίσιο, που κάποιες φορές είναι το μακροπροθεσμο του κειμένου.Αν το ζητούμενο ειναι να διαβάσεις ένα μεγάλο βιβλίο φοβάμαι οτι θα πρέπει να περιμένεις αρκετά η να είχες σταματήσει την ανάγνωση στο "Κιβώτιο" του Αλεξάνδρου. Τα βιβλία είναι πετυχημένα όταν μας ξυπνούν συναισθήματα, όταν μας "εμποδίζουν' να τα αφήσουμε στη βιβλιοθήκη, όταν μας αναγκάζουν να τα "ξαναπιάσουμε" στα χέρια μας, όταν ανοίγουν την σκέψη μας. Τώρα δε νομίζω ότι θα βρείς βιβλία που να κομίζουν κάτι νέο. Η υπερπαραγωγή γραπτού λόγου και μέσω των blog έχει οδηγήσει στο να ειπωθούν τα πάντα. Ασε που όλα τα βασικά έχουν ειπωθεί απο τους Αρχαίους.

kineas said...

Και επίσης θεωρώ και λίγο "εκτός" την προηγούμενη συζήτηση περί Μικρασίας, γλώσσας, ύφους κλπ.
Η αξία ενός κειμένου δεν κρίνεται απο το πλαίσιο του αλλά απο το περιεχόμενο του. Και το περιέχόμενο δεν ειναι η Μικρασία αλλά τα συναισθήματα. Π.χ το πρώτο διήγημα έχεις ως θέμα την τιμή και την εκδίκηση. Και στην σύγχρονη εποχή να το χε φέρει με άλλη γλώσσα αν το κείμενο ήταν καλό θα είχε παει καλα. Για μένα η βασική απορία είναι αν μπορεί να έχει ανταπόκριση στο γυναικείο κοινό πόλης

Πατριάρχης Φώτιος said...

Kinea,
το καινούργιο δεν το εννοώ γνωστικά, αλλά φιλοσοφικά.
Να μου δώσει μια νέα ματιά,
να με κάνει να ξαναδώ τον εαυτό-μου, τον αναγνώστη δηλ. του 21ου αιώνα, με νέους όρους.

Έχεις όμως απόλυτα δίκιο,
και το χρησιμοποιώ στην αυτοκριτική-μου,
ότι δεν λαμβάνω σθεναρά υπόψιν τα συναισθήματα που γεννά ένα έργο.