Thursday, July 04, 2013

Πότε είναι το “1Q84” του Χαρούκι Μουρακάμι;

Ο συγγραφέας ξαναβαφτίζει τη λογοτεχνία επιλέγοντας ήπιους τρόπους αλλά και παράλληλες πραγματικότητες, ρεαλιστικά σχήματα αλλά και σύγχρονα μοτίβα αφήγησης και ιδεολογίας. 
 
 
Καφές kan kōhī:
村上 春樹
“1Q84”
2009
Χαρούκι Μουρακάμι
“1Q84”
μετ. Μ. Αργυράκη
εκδόσεις Ψυχογιός 

            Η μαγεία του Μουρακάμι δεν πηγάζει από την καινοτόμο πλοκή των έργων-του αλλά ούτε κι από την καταιγιστική-τους δράση. Πηγάζει από μια βαθιά χωνεμένη αίσθηση της αφήγησης, που κρατάει τον αναγνώστη σε εγρήγορση, αλλά και από μικρές όσο και καθοριστικές καμπές που μετασχηματίζουν το κείμενο και το κάνουν να μένει πάντα στην επιφάνεια.
            Δύο παράλληλες ιστορίες απαρτίζουν το “1Q84”, ιστορίες που σταδιακά συναντώνται.
Από τη μία, η Αομάμε είναι μια νεαρή κοπέλα, που έχει σπουδάσει φυσική αγωγή, και την πρωτοσυναντάμε να κατεβαίνει από ένα ταξί για να πάει σε επαγγελματικό ραντεβού. Λίγες σελίδες αργότερα αποκαλύπτεται ότι κατευθυνόταν για ένα ξενοδοχείο, όπου με μια βελόνα σκοτώνει, χωρίς να αφήσει ίχνη δολοφονίας, έναν άνδρα που κακοποιούσε τη γυναίκα-του. Η Αομάμε είναι τελικά επαγγελματίας δολοφόνος, που εκτελεί κατ’ εντολή μιας γηραιάς και πλούσιας κυρίας άνδρες που δεν σέβονται το άλλο φύλο, και μια ανεξάρτητη γυναίκα με έντονες ερωτικές διαθέσεις.
            Από την άλλη, ο Τένγκο, επίδοξος συγγραφέας, διαβάζει ένα λογοτεχνικό έργο που κατατέθηκε στον διαγωνισμό πρωτοεμφανιζόμενων και θέλγεται από την ιστορία αλλά αντιλαμβάνεται ότι η γραφή είναι πολύ άτεχνη. Σε συνεργασία με τον εκπρόσωπο του εκδοτικού οίκου μπαίνει στον πειρασμό να το ξαναγράψει, ώστε να γίνει καλύτερο, και να το δημοσιεύσει με το όνομα της νεαρής Φουκαέρι που το έγραψε. Το ζητούμενο αφενός είναι ηθικό κι αφετέρου πρέπει να πείσει τη νεαρή συγγραφέα να του το επιτρέψει. Τελικά, μαθαίνει από τον καθηγητή κηδεμόνα-της ότι μπορεί όλα αυτά που γράφει να είναι μακρινές αναμνήσεις από ένα κοινόβιο βιοκαλλιεργητών, το Σακιγκάκε, όπου ζούσε με τους γονείς-της, κοινόβιο που μετέπειτα μετατράπηκε σε θρησκευτικό κέντρο με άδηλες δραστηριότητες.
            Το πολυσέλιδο μυθιστόρημα αρχίζει με μια επαγγελματία δολοφόνο και με έναν φιλήσυχο συγγραφέα. Κι όμως σταδιακά κανείς δεν ξέρει πώς θα εξελιχθεί, αφού στο πεδίο δράσης της Αομάμε μπαίνει η μυστήρια γυναίκα που κατευθύνει τα νήματα. Εξίσου πολλά υποσχόμενο είναι το κρούσμα ελλειπτικής μνήμης που της εμφανίζεται. Στο πεδίο τώρα του Τένγκο εισέρχεται ραγδαία το μακρινό και γεμάτο ερωτηματικό κοινόβιο, όπου έχουν μείνει εκόντες άκοντες οι γονείς της Φουκαέρι και η ίδια έβλεπε “Ανθρωπάκια”. Οι προσδοκίες του αναγνώστη έχουν βρει δρόμους ανοικτούς…
            Εκεί, κάπου στην 350η σελίδα του Α΄ τόμου, αρχίζω να κάνω υποθέσεις περί σύγκλισης, και πιο συγκεκριμένα μια εικασία που απορρέει από τις διαλείψεις της Αομάμε, της ύπαρξης δυο φεγγαριών στον ουρανό και τα σημεία, στα οποία οι δύο αφηγήσεις συμπίπτουν. Πιστεύω, λοιπόν, ότι η βασική αφήγηση είναι αυτή για τον Τένγκο, ο οποίος είναι συγγραφέας και γράφει ένα μυθιστόρημα παράλληλα με την ανακατασκευή του έργου της Φουκαέρι, ενώ η άλλη αφήγηση είναι …πλαστή, βγαλμένη από έναν άλλο κόσμο. Ως εδώ. Τελειώνει ο Α΄ τόμος με την εκούσια εξαφάνιση της Φουκαέρι και την ανάληψη εκ μέρους της Αομάμε μιας επικίνδυνης αποστολής: να εκτελέσει τον αρχηγό της Σακιγκάκε, ο οποίος κακοποίησε την κόρη-του και άλλα τρία κοριτσάκια.
            Όλα τα πράγματα στο μουρακαμικό σύμπαν ξεκινάνε από απλές καθημερινές καταστάσεις, οι χαρακτήρες-του είναι άνθρωποι απλοί, ίσως και άχρωμοι, που ζουν μια αναπάντεχα φυσιολογική ζωή. Και σταδιακά, χωρίς ο αναγνώστης να πεταχτεί από το κάθισμά-του, βρίσκεται αγκαλιά με μια δολοφόνο, ένα μυστηριώδες κοινόβιο, που παρουσιάζεται σαν ένα είδος σέκτας, και άλλες μικρές περίεργες φάσεις που διασαλεύουν το απόλυτα ρεαλιστικό τοπίο και εξακτινώνουν τη δράση προς διάφορες κατευθύνσεις, με σασπένς και απρόσμενες εξελίξεις. Δεν μπορείς να σταματήσεις να διαβάζεις.
Οι πλανήτες σ’ αυτό το σύμπαν δεν περιστρέφονται απλώς γύρω από το κέντρο, την προσπάθεια της Αομάμε να έλθει σε επαφή με τον παιδικό-της έρωτα Τένγκο, αν και ζουν σε διαφορετικούς κόσμους, αυτή στο 1Q84 κι αυτός στο 1984. Κάθε πλανήτης έχει τη δική-του ατμόσφαιρα, όπου κανείς μπορεί να απολαύσει την αφήγηση και τους διαλόγους, τη στωικότητα των ηρώων και την ευαισθησία των περιγραφών, τη μουσική, που ακούγεται παντού: από τη «Συμφωνιέτα» του Γιάνατσεκ μέχρι τον Τέλεμαν κι από το εκκλησιαστικό όργανο του Ντιπρέ ως το “Its only a paper moon”. Και ταυτόχρονα χαρακτήρες που φαίνονται το ίδιο φυσιολογικοί και το ίδιο παράξενοι, ίσως επειδή συναντάνε αλλόκοτες, ανοίκειες καταστάσεις στις οποίες η φυσικότητά-τους δοκιμάζεται.
            Ο δεύτερος τόμος συνεχίζει τις παράλληλες ιστορίες: ο Τένγκο βλέπει τη Χρυσαλλίδα να πουλάει τρελά και η φυγάς Φουκαέρι βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι-του, όπου του αποκαλύπτει στοιχεία για τα Ανθρωπάκια. Για τα Ανθρωπάκια όμως μιλάει και ο Αρχηγός του Σακιγκάκε στην Αομάμε, εξηγώντας-της πώς εξαιτίας-τους αυτή βρέθηκε σε μια άλλη χρονική σιδηροτροχιά, σε ένα παράλληλο χρονοσύμπαν, και η δολοφονία-του είναι η μόνη λύση για να στρέψει τα Ανθρωπάκια εναντίον-της και όχι εναντίον του Τένγκο. Ο Μουρακάμι εισέρχεται πλησίστιος στον μεταμοντερνισμό, όπου η πραγματικότητα που ζούμε δεν είναι η μόνη αλλά συνυπάρχει ασύμβατη με άλλες πραγματικότητες. Η στιγμιαία συνάντησή-τους δημιουργεί από έργα επιστημονικής φαντασίας έως θρίλερ κι από υπαρξιακού προβληματισμού κείμενα μέχρι θεωρίες συνωμοσίας.
            Ο δεύτερος τόμος προχωράει αργά και κινείται με σταθερά/αργά βήματα στο έδαφος που ο Μουρακάμι έχει ήδη χτίσει. Εκεί ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ακόμα περισσότερο την παραλληλία μεταξύ 1984 και 1Q84 και περιμένει να συλλάβει και τη διακειμενική αναφορά στο “1984” του Τζορτζ Όργουελ. Βλέπει μια ιαπωνική κοινωνία, σύγχρονη, εξελιγμένη που διατηρεί ωστόσο την επαφή-της με το παρελθόν μέσω μιας ιδιαίτερης κουζίνας, που έρχεται συχνά στο προσκήνιο, και των θρησκευτικών δοξασιών που δεν καταντούν φτηνές τελετουργίες αλλά απηχούν μια μεταφυσική τάση. Βλέπει εξίσου και μια αγάπη, που πάλι σε μεταφυσικό επίπεδο, διατηρείται υποφώσκουσα είκοσι χρόνια και σταδιακά φέρνει τα δύο πρόσωπα όλο και πιο κοντά, σαν μια μοίρα να επενεργεί και οδηγεί σε σύγκλιση χαμένες ζωές.
            Κλείνοντας τον δεύτερο τόμο, έμεινα με μια αίσθηση ματαίωσης. Ο ιάπωνας συγγραφέας είναι εξαιρετικός αφηγητής αλλά ένιωσα άδειος συνειδητοποιώντας πως θα ήθελα ένα πιο “σοβαρό” έργο που να μη μένει στη σαγήνη της αφήγησης αλλά να προχωρά στο βάθος μιας φιλοσοφίας ζωής. Γιατί εκεί που σταματάς να διαβάζεις με τον ρυθμό που σου έχει υποβάλει έντεχνα ο Μουρακάμι, αντιλαμβάνεσαι ότι αυτός ακριβώς ο ρυθμός δεν σε αφήνει να αναζητήσεις ένα βαθύτερο επίπεδο κάτω από το μεταμοντέρνο πολύχρωμο χαλί. Εντύπωση ή πραγματικότητα;  

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στο In2life στις 6/6/2013. Το φωτογραφικό υλικό αντλήθηκε από: www.zurmat.com, hanlonsrzr.blogspot.com, ampersandduck.blogspot.com, reflectionsofaparalytic.com, reidsreadings.blogspot.com, www.businessinsider.com, pinterest.com,  www.tumblr.com και kimonovintage.blogspot.com]
Πατριάρχης Φώτιος

9 comments:

Anonymous said...

Είχα μόλις τελειώσει το υπέροχο "Κουρδιστό πουλί" του Μουρακάμι και ενθουσιασμένη άρχισα να διαβάζω το 1Q84.

Με τη "Συμφωνιέτα" του Γιάνατσεκ, (που σημειωτέον, είναι ο αγαπημένος συνθέτης του αγαπημένου μου Κούντερα), να παίζει στο ταξί, μου φάνηκε πολύ ευοίωνο το βιβλίο.

Όμως, τελειώνοντας τους δυο πρώτους τόμους, όπου, ομολογώ ότι πέρασα πολύ καλά, γιατί ο καλός συγγραφέας ξέρει να αφηγείται υπνωτιστικά ωραία, ένιωσα όπως κι εσείς: σα να μη βρήκα τίποτα κάτω από την ωραία αφήγηση, σε βαθμό να μη με ενδιαφέρει καθόλου να διαβάσω το τρίτο μέρος.


κ.κ.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

κ.κ.,
κι εγώ δεν τρελαίνομαι να διαβάσω το Γ'
αλλά αισιοδοξώ ότι στις διακοπές θα είμαι πιο ευεπίφορος να το πάω μέχρι το τέλος.
Πατριάρχης Φώτιος

katerina m said...

Έχω διαβάσει μόνο το Νορβηγικό Δάσος από τον Μουρακάμι και ομολογώ ότι αν και ήθελα να διαβάσω το 1Q84 τώρα το καλοκαίρι, μετά από αυτή την παρουσίαση μπήκα σε σκέψεις ότι... ίσως είναι προτιμότερο να δώσω σε άλλο βιβλίο την ευκαιρία και το αφήσω για αργότερα.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Κατερίνα,
δεν υποβαθμίζω καθόλου τον τρόπο γραφής του Μουρακάμι, ούτε την αφηγηματική-του άνεση.
Απλώς, όπως έχουν πει και άλλοι, είναι ίσως καλύτερο να πάει κανείς λ.χ. στο "Κουρδιστό πουλί" που θεωρείται από τα πιο δυνατά-του.
Καλησπέρα
Πατριάρχης Φώτιος

anagnostria said...

Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, αγαπητέ Εκείνο που κυρίως διακρίνει τον Μουρακάμι είναι, όπως λες " η σαγήνη της αφήγησης. " Γι' αυτό, αν κα διάβασα και τος δυο τόμους δυσκολευτηκα να γραψω. Ίσως το αποτολμήσω όταν θα έχω διαβάσει και τον τρίτο τόμο.

Eleni Tsamadou said...

Συμφωνώ απόλυτα, αγαπητέ Πατριάρχα, με την ανάλυση σου. Τελειώνοντας το δεύτερο τόμο, αναρωτήθηκα και εγώ ποιο ήταν τελικά αυτό που ήθελε να πει ο ποιητής;Προς τι όλες αυτές οι
μακροσκελείς και ανούσιες, κατά τη γνώμη μου περιγραφές της ενδυμασίας των ηρώων, των φαγητών και του τρόπου παρασκευής τους; Τι ακριβώς ήθελε να μας πει λέγοντας ότι η Αομάμε φορούσε ταγιέρ της τάδε ή της δείνα σχεδιάστριας και ότι ο Τένγκο έκοβε τις γαρίδες με τον α ή β τρόπο; Η σαγήνη της αφήγησης μπορεί κάποτε να σε "μπουχτίζει" να ζητάς και λίγη ουσία.. Δε νομίζεις;

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Αναγνώστρια και Ελένη,
δεν θέλω να θεωρήσω τον Μουρακάμι απλώς μαέστρο της γραφής και τίποτα ουσιαστικότερο. Στο "Νορβηγικό δάσος" είδα πολλά γαι τις διαπροσωπικές σχέσεις, για την ψυχολογία ενός καθημερινού ανθρώπου, για την απλότητα της ζωής...
Κι εδώ δεν έμεινα στις περιγραφές, δεν με ενόχλησαν ίσως επειδή έψαχνα το κλίμα εκείνο που θα αναδείξει το βαθύτερο υπόστρωμα της αφήγησης.
Είδα μερικά πράγματα, όσα έγραψα δηλαδή, αλλά σαν συναίσθημα δεν μπόρεσα να διεισδύσω στο δεύτερο επίπεδο του έργου (αν έχει και αν δεν το αδικούμε, αφού έχουμε διαβάσει το 1/3).

Από την άλλη, Ελένη,
ζούμε όντως στην εποχή όπου η περιγραφή θεωρείται ξεπερασμένη, αλλά δεν θα ήμουν αρνητικός απέναντί-της,
αν δημιουργούσε κλίμα,
αν διέγειρε αισθήματα,
αν υπηρετούσε την πλοκή με έναν άδηλο συνοδευτικό τρόπο...
Όλα αυτά τα έκανε ο Μουρακάμι λ.χ. στο "Νορβηγικό δάσος", το οποίο δεν ήταν καθόλου λιγότερο περιγραφικό,
αλλά μάλλον εκεί δεχόμαστε τη μυστική γοητεία της περιγραφής ως αναγκαίου πλαισίου της αφήγησης.
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

Με τον μουρακάμι η ιστορία μου έχει ως εξης:
πριν καμποσα χρονια, διαβασα το Νορβηγικό δάσος που μαλλον με αναταραξε με την απλότητα του. καπάκι διαβασα το κουρδιστο ποστοκάλι, kafka on the shore και τελος το dance dance, ¨οπου και κουραστηκα απο την απαρεγκλιτη ομοιότητα του υφους σε όλα τα βιβλία -με ξαιρεση νομιζω το Δασος. Το 3ημερο του αγιου πνευματος και ενω λιαζόμουν, αγόρασα το 1q84 - Ι που με ρουφηξε. Αγόρασα και το δευτερο και την Τριτη μετα του Αγιου πνευματος ξεκινησα το ΙΙΙ, το οποίο μου φαινεται ατελειωτο.
Μεχρι τη μεση του ΙΙ, τ απηγαμε εξαιρετικά, απο κει και μετά αρχισε το αισθημα "αναγνωση μετα άχθους". Ο μονος λογος που δεν το παρατάω ειναι η γνωστη παροιμια με το γάιδαρο και την ορα του. σερνονται οι λέξεις, με αναλαμπές μικρές.
Ελλη

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Έλλη,
τελικά φαίνεται ότι όλοι βλέπουμε λίγο πολύ το ίδιο,
όποια βιβλία κι αν έχουμε διαβάσει από τον Ιάπωνα συγγραφέα.
Έχω ακούσει πολύ καλά λόγια για το "Κουρδιστό πουλί",
εκτός κι αν έχει κανείς διαβάσει δυο-τρία άλλα,
για να το βρει και σ' αυτό
τη γνωστή μουρακαμική μανιέρα στο ύφος και στον ρυθμό.
Πατριάρχης Φώτιος