Monday, March 11, 2013

“Το μυστικό της Έλλης” του Θεόδωρου Γρηγοριάδη

Πόσο μια ερωτική απιστία, ένα θέμα πολυφορεμένο όσο και διαχρονικό, μπορεί να ξαναβάλει τον άνθρωπο στα μέτρα του άλλου κι ακόμα περισσότερο στις μέριμνες για τους άλλους; Η μοναχικότητα γίνεται -μέσω του έρωτα- άνοιγμα και αλτρουισμός. 


Ελληνικός με καϊμάκι:
Θεόδωρος Γρηγοριάδης
“Το μυστικό της Έλλης”
εκδόσεις Πατάκη
2012 

            Γιατί θεωρώ αυτό το βιβλίο ένα από τα καλύτερα από όσα κυκλοφόρησαν μέσα στο 2012; Γιατί η λογοτεχνία οφείλει να προχωρά σε αναψηλάφηση του κόσμου, αλλά να μην απαξιώνει τον αναγνώστη και τις ανάγκες-του, να καινοτομεί μορφολογικά όσο μπορεί, και, αν χρειάζεται, προκειμένου να πραγματευθεί το θέμα-της, να είναι σε θέση να γυρίσει σε πιο κλασικές μορφές, όταν η βασική-της ιδέα μπορεί να δοθεί με πιο ρεαλιστικά μοτίβα. Και κυρίως επειδή το παραδοσιακό σχήμα αφήγησης μπορεί να συνδυάσει απόλαυση και περίσκεψη, άνετη ανάγνωση και βαθύτερους προβληματισμούς για τη φύση των ανθρώπινων σχέσεων.
            Ο Γρηγοριάδης δεν γράφει ένα έργο που “γκαζώνει” στην ανηφόρα, δεν τρέχει με κινηματογραφική ταχύτητα, δεν ανοίγει ρηξικέλευθους δρόμους αισθητικής ανανέωσης. Κάνει όμως κάτι πολύ πιο ουσιαστικό, αν στοχεύουμε σε μια λογοτεχνία αυτογνωσίας. Θέτει μια οριακή όσο και πιθανή περίπτωση, συνηθισμένη σε μια κοινωνία ανοχής, και πάνω σ’ αυτήν δοκιμάζει την ψυχολογία του ανθρώπου.
            Η πρωταγωνίστρια, η Έλλη, έμαθε, λίγο πολύ σκόπιμα, να ζει μόνη-της, να έχει συμβιβαστεί σε μια καθημερινότητα που περιλαμβάνει τη δουλειά-της ως καθηγήτριας γαλλικών σε σχολείο των δυτικών περιοχών της Αθήνας, τις εξόδους με τις φίλες-της και τον οικογενειακό-της κύκλο που περικλείει τον πατέρα-της και την αδελφή-της. Πενηντάρα πλέον δεν αναζητά συγκινήσεις, ώσπου ένας τριαντάρης παντρεμένος, ο Αντρέας, που είναι άνεργος, την πλησιάζει και με ανεπαίσθητα βήματα γίνεται κομμάτι της ζωής-της. Ο έρωτας, αν είναι έρωτας αυτό το δόσιμο με διστακτικά βήματα, δεν τη συνεπαίρνει, όπως θα την σάρωνε αν δεν υπήρχαν αντικειμενικά εμπόδια, αλλά η ηρωίδα τουλάχιστον βρίσκει ξανά τη σωματική επαφή και την ουσιαστική έγνοια για έναν άλλο άνθρωπο. Και μάλιστα όχι μόνο για τον ίδιο τον Αντρέα αλλά και για την κόρη-του Βιολέτα όπως και αργότερα για τη γυναίκα-του και τον αδελφό-της.
            Το πρώτο βυθόμετρο κατεβαίνει στην ψυχολογία της Έλλης, για να μετρήσει πόσο αντοχές έχει η μονήρης ζωή-της, πόσο θα αλλάξει τον καθημερινό-της βίο και κυρίως πόσο θα μπει το μικρόβιο του έρωτα και θα πλήξει ζωτικά κύτταρα του οργανισμού-της. Η ψυχογραφία δεν γίνεται –ευτυχώς!- με συγκεχυμένες αυτοαναλύσεις, αλλά με τις συνθήκες που η ίδια η αφήγηση θέτει, καθώς κλιμακωτά η νέα κατάσταση εισχωρεί στη συνείδηση αλλά και στην ζωή-της. Το εγώ διαθλάται μέσα στον άλλο, όχι στον πάγια και όμαιμα αναπόσπαστο πατέρα, αλλά στον ξένο που δεν μπορεί να απαιτήσει τίποτα.
            Η Έλλη αποκτά ένα μυστικό, μια δεύτερη ζωή που δεν αλλοιώνει την πρώτη αλλά της δίνει το απαραίτητο τράνταγμα για να πάψει να είναι στάσιμη, να ενεργοποιήσει νεκρωμένα κύτταρα και να ξαναδεί τον εαυτό-της ως ζωντανό κομμάτι μιας πάλλουσας κοινωνίας. Εμείς όλοι που πιάνουμε στα χέρια-μας το βιβλίο, βλέπουμε από την πρώτη στιγμή ότι ο συγγραφέας ξέρει να κρατά τον ρυθμό, να υποτάσσει τη γλώσσα στις ανάγκες της ιστορίας και να προσεγγίζει την ευαίσθητη ψυχολογία των προσώπων-του με τη δέουσα προσοχή.
[Πρωτοδημοσιεύτηκε στο In2life στις 12/2/2013]
Πατριάρχης Φώτιος

 

“Ellie’s Secret” 

Why do I think this book is one of the best (Greek novels) that has been released in 2012? Why does literature need to proceed in rediscovering  the world, but without discrediting the reader’s needs, to be innovated morphological and, if necessary,  in  order to address the issue of the book, to be able to turn to more conventional forms, where the basic idea may be more a realistic pattern. Also the traditional narrative form can combine pleasure and circumspection, comfortable reading and deeper reflection on the nature of human relationships.
Grigoriadis does not write a book that like a car runs uphill; it does not run with cinematic speed, it does not open groundbreaking ways, it does not create aesthetic renewal. But it is much more meaningful if we aim for literature awareness. He sets a possible limit and if, common in a society of tolerance and thereupon, tries to understand the psychology of people.
The protagonist, Ellie, has learned, more or less deliberately, to live alone, she has come to terms with her routine that includes working as a professor of French at a school in the western areas of Athens, going out with her girlfriends and being surrounded by her family, her father and sister. In her fifties she is no longer seeking thrills, until a thirty something year old married man, Andreas, who is unemployed, approaches her and with small steps imperceptibly becomes part of her life. Love, if this is even love given with hesitant steps, is not as a spellbound love that swept her of her feet, because of the objective obstacles that are in the way, but at least the heroine finds again the physical contact and the real concern for another person, and not only for him but also his wife, his brother in law and his daughter Violet.
The first sonar descends into Ellie’s psychology, to measure how the strength of her solitary life, how it will change her everyday life, especially now, and how will the love bug hit vital cells of her organism. The psychographic –thankfully- is not confused with self-analysis, but with conditions that the narrative puts itself, and scaled the new state enters the consciousness and life. The ‘I’ is refracted into the other, not in a consistent and integral father, but into the stranger who cannot claim anything.
Ellie has a secret, a second life that has not changed her first life, but gives her the necessary jolt to stop being stagnant, to activate dead cells and see herself as a living part of a vibrant society. All of us who read the book get caught up in it; we see from the first moment that the author knows how to keep the rhythm, to subject the language to the needs of the story and to approach the delicate psychology of the persons with caution.
Bookmark

[Η φωτογραφία κορυφής είναι παρμένη από το www.lastoffertravel.gr. Οι υπόλοιπες από: www.kootation.com, otipos.blogspot.com, www.womenoldermenyoungerrelationships.org, www.greeneccc.com, www.korydallos.gr, www.languages-ict.org.uk και www.neakriti.gr]

6 comments:

NYT Review of Books said...

Ωραίο βιβλίο, ευαίσθητο και καλογραμμένο. Το διάβασα με ενδιαφέρον και σε μερικά σημεία με συγκίνησε πολύ.

Πιστεύω όμως ότι ο κεντρικός χαρακτήρας -η Έλλη- θα κέρδιζε σε αυθεντικότητα και βάθος αν δεν ήταν κεντημένος πάνω στον καμβά της πολιτικής ορθότητας.

Για παράδειγμα: η σχέση που αναπτύσσει η Έλλη με τη Νατάσα (τη γυναίκα του Αντώνη)και κυρίως η προσπάθειά της να διασώσει το κυοφορούμενο μωρό και το σοκ που παθαίνει όταν μαθαίνει για την έκτρωση νομίζω ότι δεν πείθουν ως αντιδράσεις ενός πραγματικού προσώπου που βιώνει μια ερωτική σχέση όπως αυτή των δυο πρωταγωνιστών. Οι άνθρωποι έχουν πάθη!

Γενικά, βρήκα την Έλλη λίγο χάρτινο χαρακτήρα.

Anonymous said...

Ως προς την υπόθεση -κατά τα άλλα δεν γνωρίζω- βρίσκω θετική και χρήσιμη την ανάδειξη της σχέσης μεταξύ μιας ώριμης γυναίκας και ενός νεότερου άνδρα.

Ελ,Ελ

Πανταγκρυέλ, ζήτα συγγνώμη.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

NYTimes,
καταλαβαίνω τι εννοείς "άνθρωποι με πάθη". Νομίζω όμως ότι ο Γρηγοριάδης καταφέρνει να δείξει
α) ότι δεν είναι όλοι οι ίδιοι και επομένως δεν πρέπει να περιμένουμε αναγκαστικά στερεοτυπικές αντιδράσεις (η Έλλη έχει μάθει να ζει χωρίς αισθήματα),
β) ότι για την Έλλη η αγάπη (ως ανιδιοτέλεια) υπερτερεί του έρωτα (ως ιδιοτέλεια) και
γ) οι ενοχές-της μετατρέπουν το ερωτικό συναίσθημα σε προσφορά, προκειμένου να διασώσει ένα άλλοθι, να εξηγήσει τα κατ' αυτήν ανεξήγητα και αδικαιολόγητα, να εξισορροπήσει το πάθος με τον αλτρουισμό.
Πατριάρχης Φώτιος

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Ελ,Ελ,
ήταν δύο βουδιστές μοναχοί που είχαν πάρει όρκο να μην ακουμπήσουν ποτέ γυναίκα. Περπατούσαν λοιπόν στον δρόμο και φτάνοντας σ' ένα ποτάμι συναντούν μια γυναίκα που δεν μπορούσε να περάσει απέναντι. Ο ένας τη σηκώνει και περνώντας γρήγορα τα νερά την αφήνει στην άλλη όχθη.
Καθώς συνέχιζαν τον δρόμο-τους, ο άλλος μοναχός δεν μπορούσε να ξεχάσει το περιστατικό και το κλωθογύριζε στο μυαλό-του, σκεφτόταν τη γυναίκα, την ιεροσυλία του άλλου, έφερνε και ξανάφερνε τη σκηνή στον νου-του. Μετά από μέρες δρόμου αποφάσισε να μιλήσει στον μοναχό που είχε κουβαλήσει τη γυναίκα. Κι ο τελευταίος, αφού τον άκουσε, γυρίζει και του λέει: "Εγώ κουβάλησα τη γυναίκα για λίγα λεπτά, εσύ όμως την κουβαλάς μέρες τώρα".
Καλημέρα
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

Πατριάρχη Φώτιε, θεώρησα ότι δεν είχα την άδειά σας.
Τώρα όμως...

Πανταγκρυέλ, είσαι βλαξ!

:) Καλημέρα :)
Ελ,Ελ

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Ελ,Ελ,
αυτή είναι η μαγεία των μύθων και των παραμυθιών: άλλο εννοεί ο παραμυθάς κι άλλο (ίσως) καταλαβαίνει η ομήγυρη που τον ακούει.

Για να επανέλθω στο "Μ υ σ τ ι κ ό τ η ς Έ λ λ η ς", που, απ' ό,τι φαίνεται, δεν έχει διαβαστεί από πολλούς!
Η απιστία δεν μπορεί να είναι μια πράξη που θα ξεσηκώσει πλέον τον αναγνώστη, αν δεν τύχει ιδιαίτερου χειρισμού που θα αφήσει πίσω τα κλισέ και θα αναδείξει ένα νέο πλαίσιο στις σχέσεις μεταξύ των προσώπων. Αυτό το πλαίσιο είναι η κρίση και η ανάγκη να βγει κανείς από τη μοναξιά-του...
Πατριάρχης Φώτιος