Monday, September 17, 2012

“2666” του Roberto Bolaño

Δύο φορές το 666 ή μια μελλοντολογική χρονολογία; Ο πολύς χιλιανός συγγραφέας με αυτό το έργο επιβάλλεται ως μια στιβαρή πέννα του 21ου αιώνα, που κερδίζει ήδη τη θέση στα υψηλά ράφια της παγκόσμιας λογοτεχνίας.  
 
 Cortado:
Roberto Bolaño
“2666”
Editorial Anagrama, Barcelona
2004
μετ. Κ. Ηλιόπουλος
εκδόσεις Άγρα
2011 

            Πολύς ντόρος για ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα που εκτείνεται σε πάνω από 1000 σελίδες. Το πήρα με επιφύλαξη και με βαριά καρδιά, αλλά υπερίσχυσε η περιέργεια και τελικά δικαιώθηκαν οι φωνές όσων τον εκθείασαν. Ο συγγραφέας προβάλλεται ως το νέο μεγάλο όνομα της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, που συνεχίζει τη μεταμοντέρνα παράδοση, χωρίς όμως να ανήκει στον λεγόμενο μαγικό ρεαλισμό. Πολλή συζήτηση για το “2666”, με το οποίο ασχολήθηκαν τόσο οι κριτικοί όσο και οι ιστολόγοι. Για να δούμε, λοιπόν, τι αξίζει:
            Το έργο ξεκινά με στοιχεία πανεπιστημιακού μυθιστορήματος, στο οποίο πρωταγωνιστές είναι τέσσερις ακαδημαϊκοί που ασχολούνται μετά μανίας με το έργο του γερμανού συγγραφέα φον Αρτσιμπόλντι, του μεγαλύτερου γερμανού συγγραφέα της μεταπολεμικής περιόδου. Ο εν λόγω συγγραφέας, του οποίου το πραγματικό όνομα είναι Χανς Ράιτελ, δεν εμφανίζεται ποτέ δημοσίως, τον ξέρουν μόνο δυο τρία άτομα από τον εκδοτικό-του οίκο και εν ολίγοις αποτελεί ένα αίνιγμα για όλους τους μελετητές-του. Το εύρημα αυτό του Bolaño θυμίζει πολύ τον περιβόητο αμερικανό συγγραφέα Τόμας Πύντσον, του οποίου τα έργα ακούγονται αλλά ο ίδιος είναι εξαφανισμένος από προσώπου γης. Οι τέσσερις κριτικοί, ένας Γάλλος, ένας Ισπανός, ένας καθηλωμένος σε καροτσάκι Ιταλός και μια Αγγλίδα, που συνδέονται φιλικά και συναδελφικά, σε μια φάση και ερωτικά, ανακαλύπτουν τα ίχνη του ινδάλματός-τους στο Μεξικό (στην πόλη Σάντα Τερέσα) και οι αρτιμελείς επιχειρούν μια εξόρμηση για να βρουν τον ίδιο τον συγγραφέα. Το μυστήριο του αφανούς Αρτσιμπόλντι είναι ο κινητήριος μοχλός που κανοναρχεί το μυθιστόρημα…
          Το δεύτερο “βιβλίο” εξελίσσεται στην Σάντα Τερέσα, όπου ο Όσκαρ Αμαλφιτάνο, καθηγητής εκεί, γνωρίζει τους ντόπιους, ακούει μια εσωτερική φωνή να τον συμβουλεύει, γεγονός που, αν δεν είναι τρέλα, είναι ίσως τηλεπάθεια και προσπαθεί να μεγαλώσει τη μικρή κόρη-του Ρόσα σε μια περιοχή όπου οι φόνοι νεαρών γυναικών πολλαπλασιάζονται.
            Τελειώνοντας κανείς τα δύο πρώτα “βιβλία” ανακαλύπτει πως σε ελάχιστο βαθμό αυτά συνδέονται μεταξύ-τους, με λίγα κοινά στοιχεία που δεν φαίνονται εν πρώτοις ικανά να στηρίξουν τον μύθο: ο Αμαλφιτάνο, η Σάντα Τερέσα και οι φόνοι γυναικών, ενώ ο πυρήνας του καθενός δεν έχει ουσιαστική σχέση με τον πυρήνα του άλλου. Ο αναγνώστης οφείλει να αποδεχτεί αυτή τη μεταμοντέρνα αισθητική, αυτή της χαλαρής δομής, που διανθίζεται με άπειρες μικρές και μεγάλες ιστορίες, και να παραδεχτεί ότι δεν κουράζεται μόνο χάρη στην αφηγηματική άνεση του Μπολάνιο. Το ζητούμενο είναι αν και πώς ο συγγραφέας θα προχωρήσει ώστε να μην μείνουμε σε ένα παραμυθιακό κισσό που προχωρά διακλαδιζόμενος αλλά να βρούμε μέσα στο χάος κάποια νομοτελειακή δομή. Πολύ φοβάμαι πως η μεταμοντέρνα συνθήκη θα αφήσει τις προσδοκίες-μου φρούδες ελπίδες…
          Στο τρίτο «βιβλίο» η υπόθεση παίρνει αστυνομική χροιά. Στην αρχή βέβαια ο Μπολάνιο ξεκινά από αλλού, από τη γυναίκα του αφηγητή, του Φέητ, και την τρελή αναχώρησή-της, για να καταλήξει σταδιακά σε μια δημοσιογραφική αποστολή που αυτός αναλαμβάνει στη Σάντα Τερέσα. Εκεί καλείται να καλύψει έναν αγώνα μποξ, αλλά ανακαλύπτει τις δολοφονίες διακοσίων και πλέον γυναικών, για τις οποίες ενδιαφέρεται περισσότερο. Το θέμα άπτεται της τοπικής διαφθοράς και θέτει σε κίνδυνο όποιον το προσεγγίσει περαιτέρω. Γνωρίζει τον Τσούτσο Φλόρες και την γκόμενά-του Ρόσα Αμαλφιτάνο, κόρη του καθηγητής Αμαλφιτάνο, και μια δημοσιογράφο τη Γουαδελούπε Ρονκάλ, που κάνει σχετικές έρευνες για τις δολοφονίες, μαζί με την οποία επισκέπτεται στη φυλακή έναν γίγαντα, που θεωρείται ύποπτος γι’ αυτές.
            Στο τρίτο βιβλίο καταλαβαίνουμε τον τρόπο κατασκευής του μυθιστορήματος. Από ποικίλα νήματα, μερικά εκ των οποίων δεν έχουν καθόλου απολήξεις, συντίθεται ένας αφηγηματικός κορμός. Με άλλα λόγια πλείστες ιστορίες ακούγονται άσχετες με το θέμα των δολοφονιών, ενώ άλλες συγκλίνουν σε μια κοινή συνισταμένη που σαν κεντρικός ποταμός συγκεντρώνει τα νερά ποικίλων ποταμίσκων, χειμάρρων, ρευμάτων, λιμνών κ.ο.κ. σε μια κοινή κοίτη.
          Το τέταρτο μέρος αναφέρεται πιο εστιασμένα στα εγκλήματα που συνταράσσουν για μήνες τη Σάντα Τερέσα. Δεκάδες μικρές ιστορίες πτωμάτων γυναικών, πολλές από τις οποίες βρέθηκαν βιασμένες, άλλες με κομμένες και δαγκωμένες θηλές παρουσιάζονται με ένα μικρό ιστορικό για την καθεμιά και τις έρευνες που διεξήχθησαν. Πάνω σ’ αυτόν τον βασικό κορμό, ο Μπολάνιο απλώνει άπειρες άλλες ιστορίες, από την ιδιωτική ζωή των αστυνόμων μέχρι έναν διασαλεμένο «προσκυνητή» που ουρούσε μέσα στις εκκλησίες πάσχοντας από ιεροφοβία κι από ένα μέντιουμ που αποκάλυπτε το μέλλον έως τη σύλληψη και την παραμονή στη φυλακή του γερμανού Χάας, ο οποίος θεωρήθηκε βασικός ένοχος για τις δολοφονίες. Κι από τη δήλωση του Χάας ότι οι εξάδελφοι Ουρίμπε έχουν κάνει όλες αυτές τις εκτελέσεις μέχρι την παράκληση της βουλευτού Πλάτα από έναν δημοσιογράφο να γράψει για την εξαφάνιση της Αμερικανομεξικάνας φίλης-της Κέλλυ.
            Το μέρος αυτό προχωράει με άπειρα πλοκάμια που άλλοτε συγκλίνουν κι άλλοτε προκαλούν εντύπωση για το πόσο αποκομμένα είναι ή φαίνονται από τη βασική υπόθεση. Ο αναγνώστης διαβάζει πολυάριθμες ιστορίες, εν μέρει αυτοτελείς, ένα σκηνικό με επεισόδια σαν μικρά μονόπρακτα, σαν μικρά διηγήματα, που σαν ψηφίδες, ετερόκλητες και πλουμιστές, απαρτίζουν ένα τεράστιο ψηφιδωτό προς τέρψη όσων αρέσκονται στη μικροανάγνωση. Γενικότερα κρίνοντας ο χιλιανός συγγραφέας έστησε ένα ογκώδες έργο όπου η μακροανάγνωση συνδυάζεται με τη μικροανάγνωση χωρίς η μία να υπερκερνά την άλλη. Με τη λέξη “μακροανάγνωση” εννοώ ότι ο αναγνώστης διαβάζει κάθε επεισόδιο με την αίσθηση ότι αυτό ανήκει σε ένα ευρύτερο όλον, το οποίο διέπεται από μια κοινή θεματική που οδηγεί σε ένα προοικονομημένο τέλος. Από την άλλη, με τη λέξη “μικροανάγνωση” εννοώ την απόλαυση του μέρους χωρίς ο αναγνώστης να ενδιαφέρεται να συνδέσει κάθε επιμέρους τμήμα με τα άλλα και ευρύτερα με το όλον που ονομάζεται μυθιστόρημα. Μπαίνουμε στο πέμπτο μέρος με πολλά ανοιχτά μέτωπα που περιμένουμε να κλείσουν ή να συγκλίνουν σε ένα συνιστάμενο αποτέλεσμα.
          Το πέμπτο μέρος γυρίζει με έναν αφηγηματικό κύκλο στην αρχή, αφού πιάνει το νήμα από τη ζωή του Χανς Ράιτελ, που εξελίχθηκε στον γνωστό Αρτσιμπόλντι. Γεννημένος στη Γερμανία και μεγαλωμένος με ελλιπή παιδεία κατατάσσεται στον στρατό στα πρόθυρα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, στέλνεται στο σοβιετικό μέτωπο, ζει τα στρατιωτικά γεγονότα και τον διωγμό των Εβραίων, ερωτεύεται κι αρχίζει να γράφει λογοτεχνία, ώσπου καταφέρνει να την εκδώσει και ξεκινά τη συγγραφική-του σταδιοδρομία. Έκτοτε εξαφανίζεται με πολύ αμυδρές ειδήσεις γι’ αυτόν, εκτός από τα χειρόγραφα που στέλνει προς δημοσίευση. 

            Το κολοσσιαίο αυτό έργο του Roberto Bolaño δεν μπορεί να εκτιμηθεί διαμιάς, αφού διακλαδίζεται σε πολλά επίπεδα. Ωστόσο, ο αναγνώστης μπορεί και το απολαμβάνει παρά το μέγεθός-του. Τι μπορούμε τελικά να πούμε συμπερασματικά με βάση την πρώτη μακροχρόνια ανάγνωση;
            Αφενός, ο Μπολάνιο κινείται σε μια μεταμοντέρνα αισθητική που φέρνει στον αναγνώστη όλη την καινούργια αντίληψη περί μυθιστορήματος. Η αποσπασματικότητα και τα παράλληλα νήματα που απλώνονται προς το άπειρο εισάγουν μια νέα σύλληψη του μυθοπλαστικού κόσμου. Το μυθιστόρημα πλέον δεν περιλαμβάνει μόνο ό,τι είναι οργανικά χρήσιμο για την πλοκή ή την ατμόσφαιρα, αλλά περιέχει πολλά στοιχεία, πολλές ατραπούς, επίπεδα, διαδρόμους, πολλά επεισόδια. Όπως στη ζωή κάθε ανθρώπου βρίσκονται άπειρα στιγμιότυπα και συναντήσεις, πολλές από τις οποίες δεν θα ξαναβρεθούν μπροστά του, έτσι και στον μυθιστορηματικό κόσμο του Μπολάνιο τα πολυάριθμα επεισόδια συστήνουν αφενός το πανόραμα του σύγχρονου κόσμου και αφετέρου δείχνουν ότι ο κόσμος δεν συντίθεται από σκηνές σε αλληλουχία και αιτιώδη σχέση αλλά από συμβάντα, πολλά από τα οποία δεν συνδέονται ενώ λίγα έχουν μια πιο μακροπρόθεσμη αξία.
            Αφετέρου, το ανοικτό τέλος και η απουσία εξήγησης στο αστυνομικό αίνιγμα για τις δολοφονίες των γυναικών της Σάντα Τερέσα αφήνει τον αναγνώστη εκκρεμή. Αυτός αρχίζει να σκέφτεται αν μια τέτοια τάση έχει αποτέλεσμα, αν του δίνει μια εικόνα-ερμηνεία του κόσμου ή να του υποδεικνύει ότι απλώς ο κόσμος στηρίζεται στο τυχαίο, στο ανερμήνευτο, στο εικός και όχι στο αλληλένδετο. Η ζωή του ανθρώπου διασταυρώνεται με μικρά και μεγάλα γεγονότα, κάποια από τα οποία έχουν κοσμοϊστορική σημασία, κάποια εθνική και κάποια άλλα μόνο προσωπική. Και μέσα σ’ αυτά πολλά διλήμματα δεν τελεσιδικούν υπέρ του ενός ή του άλλου και πολλά ερωτήματα δεν βρίσκουν απάντηση, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να τα κουβαλά αιωνίως.
            Δημοσιεύτηκε στο In2life στις 7/9/2012.
Πατριάρχης Φώτιος
 

Roberto Bolaño

“2666”

A lot of fuss has been made for the multi page novel spanning over 1000 pages. I decided to read it with caution and with a heavy heart, but curiosity prevailed and finally the voices of those who praised him vindicated. The author appears to be a new great name in Latin-American literature, which continues the post-modern tradition, but does not belong to the so-called magic realism. Many discussions have taken place about "2666", by critics and bloggers. So let's see, what it truly deserves:
      The book begins with elements of a capmus novel, in which four protagonists are academics that are obsessed with the work of German writer von Archiboldi the greatest German writer of the post-war period. This writer, whose real name is Hans Reitel, has never appeared in public, the only people that know him are two or three people from his publishing-house and in short is an enigma for all his scholars. This trick Bolaño uses is very reminiscent of the notorious American writer Thomas Pynchon, whose works are heard of, but he himself is nowhere to be found. The four critics, one French, one Spanish, one Italian who is confined to a wheelchair, and an Englishwoman, who are friends and colleagues, but at some point become more than friends, discover the traces of their idol in Mexico (in Santa Teresa) and everyone except the Italian go on an expedition to find the author himself. The mystery of the missing Archiboldi is the driving force that leads the novel...
       The second "book" unfolds in Santa Teresa, where Oscar Amalfitano, is a professor there, gets known with the locals, he listens to an inner voice that advises him, which, if it is not madness, is perhaps telepathy, and he tries to raise his small daughter Rosa in an area where the murders of young women are doubling.
       When someone finishes the first two "books", he or she discovers that these are not really connected, with only a few common items that are not shown at first capable of supporting the myth: Amalfitano, Santa Teresa and murdered women, but the centre of each has no substantial relation to the core of the other. The reader should accept this post-modern aesthetics, this loose structure, embellished with countless long and short stories, and should acknowledge that not only thanks to the untiring narrative of Bolaño. The question is whether and how the writer would go on without staying on fairytale ivy that spreads branching throughout the novel but to find some deterministic structure in the chaos. I fear that the post-modern condition will leave my expectations, only false hopes…
       In the third "book" the story is more like a crime novel. In the beginning of course Bolaño begins elsewhere, from narrator’s (Fate’s) wife and her crazy departure, in order to gradually reach the journalistic mission he is supposed to undertake in Santa Teresa. There he has to cover a boxing match, but discovers the story about the murders of more than two hundred women, which he is more interested in. This issue relates to the local corruption and endangers anyone who tries to approach it further. He meets Chucho Flores and his girlfriend Rosa Amalfitano, the daughter of Professor Amalfitano, and a journalist Guadeloupe Roncal, who is trying to investigate the killings, along with which he visits the prison in which “a giant” is imprisoned, who is a prime suspect for them.
       In the third book we understand the structure of the novel. By various threads, some of which have no endings, the narrative trunk is composed. In other words the most stories heard unrelated to the topic of murder, while others point to a common ground that as a central river gathers various small rivers, streams, lakes, etc. in a common bed.
        The fourth part is more focused on the crimes that have shocked Santa Teresa for months. Dozens of short stories about the dead women, many of which were found raped, others with cut and bitten nipples are presented with a little background on each of the investigations that were conducted. On this basic axis, Bolaño spreads infinite other stories from the private lives of the policemen and women until one heavily disturbed "pilgrim" who urinated in churches, because he was suffering from religious fear, and from a psychic that revealed the future, until the capture of the German Haas, who was considered a key suspect for the murders. And from Haas’ statement that the Uribe cousins ​​have committed all these executions until the request by Mrs Plata to a reporter to write about the disappearance of her Mexican-American friend Kelly.
       This part of the novel expands to infinite tentacles sometimes converging and sometimes causing impression of how isolated they are or appear far from the basic case. The reader reads many stories, partly independent, a scene with episodes like little one-act plays, short stories, heterogeneous and plumed, forming a huge mosaic to the delight of those who are fond of reading short stories. Generally we find that the Chilean writer staged a massive project where reading a long story combined with reading short stories without one overtaking the other. With “reading long story” I mean that the reader reads each episode with the feeling that this is part of a wider whole, which is governed by a common theme leading to a predetermined end. On the other hand, “reading short stories” means the enjoyment of the part without the reader caring to associate each part with the others and with the whole widely known novel. We enter the fifth part with a lot of open fronts, which we expect to close or converge to a resultant effect.
       The fifth book goes through a narrative cycle in the beginning, after catching the thread of Hans Reitel’s life, who became the famous Archiboldi. Born and raised in Germany, he had an incomplete education, he enlisted in the army on the brink of the Second World War, he was sent to the Soviet front, living the military events and the persecution of Jews, he fell in love and began to write literature, until he managed to be published, which started his writing career. Since then he has disappeared and very few things are known about him, apart from the manuscripts sent for publication.
 
       This colossal work of Roberto Bolaño cannot be assessed at once, since it is branched into several levels. However, the reader can enjoy it despite its size. What can we actually say conclusively based on a first reading?
        First, Bolaño moves in a post-modern aesthetic that brings the reader an all-new conception of the novel. The fragmentation and parallel strands that stretch to infinity introduce a new concept of the fiction world. The novel now includes not only what is helpful for an organic plot or atmosphere, but contains many, many paths, levels, corridors, many episodes. As in every humans life are infinite moments and meetings, many of which he will not meet again in front of him, so the fictional world of Bolaño’s numerous episodes recommend both the panorama of the contemporary world and also show that the world is not composed of scenes in a sequence and casual relationships but of incidents, many of which are not connected while few have a more lasting value.
         Secondly, the open end and the lack of explanation to the police riddle about the murdered women in Santa Teresa leaves the reader unsettled. He begins to think if such a trend has an effect, if it gives an image interpretation of the world or simply indicates that the world relies on coincidence, on the unexplained, in the virtual and not the interconnected. A man's life intersects with small and large events, some of which have momentous importance, some national and others just personal. And in these many dilemmas that are not leaning in favour of one or the other and the many questions that are not answered, the man is left to carry them around with him for eternity.

                                                                                                    Bookmark

22 comments:

Pellegrina said...

Σχεδόν όλα τα μυθιστορηματα του κ΄σομουμπορουν να ενωθούν μεταξυ τους και να φτιάξουν μεγάλους καθεδρικού ναους.προς υντριβή ων αναγνωστών (γιατί οσο η εγγραμματοσύνη δημιουργει πιθανους "συγγραφείς"-όλοι μπορουμε να γραψουμε-τοσο πρεπει να εφευρισκουμε κόλπα να δειχνουμε τη διαφορά αναμεσα στο συγγραφεα και τον αναγνωστη.
Εγω θα σας πω λοιπόν οτι η μαγκια ειναι το αντιστροφο: να αποδομησεις ενα (υπαρκτό)μεγαλο μυθιστόρημα σε (συνεκτικά) κομμάτια,και να γεννησεις δυο-τρια μικρά.Αυτό θελει πολλή δουλειά και μελετη.Το άλλο,να συνενωσεις,λιγη εξυπνάδα και πολλή αυθαιρεσία θελει

ναυτίλος said...

Αγαπητέ Πατριάρχη, ασχολήθηκες με ένα από τα αναγνωστικά μου φετίχ. Δεν το έχω διαβάσει ακόμη... Θα έρθει ο καιρός του...
Απλά θα ήθελα να σημειώσω ότι το βιβλίο του Μπολάνιο είναι ημιτελές. Ο συγγραφέας πέθανε πριν το ολοκληρώσει και εκδόθηκε μεταθανάτιο. Το τελευταίο μέρος έμεινε, απ' ό,τι λένε, μισό. Γι' αυτό δεν μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα τι λύση θα έδινε και αν θα έδινε. Συνεπώς αυτά που γράφεις στην τελευταία παράγραφο δεν ισχύουν για τον αναγνώστη που πρέπει να έχει πάντα υπόψη του ότι διαβάζει ένα έργο που ο δημιουργός του δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει.

Ροβίνα Άλμπα said...

Δεν έχω διαβάσει ούτε μια σελίδα του Μπολάνο. Η πρώτη σκέψη από την παρουσίαση του 2666 ήταν αρνητική.Πιστεύω πως το έργο κινείται στα πλαίσια της θεωρίας της "σύγχυσης". Να διαβάζεις και να μην καταλαβαίνεις ποιός είναι ποιος τι σχέση έχει με τα προηγούμενα και κυρίως εκείνο που με απώθησε περισσότερο είναι αυτοί οι διακόσιοι φόνοι γυναικών και φαντάζομαι πως θα υπάρχουν αντίστοιχα "πλούσιες " περιγραφές των πτωμάτων με "φανταστικές" και γλαφυρές λεπτομέρειες ανατριχιαστικές. Θα μου πει κάποιος πως αυτός είναι ο βαθύτερος ιστός της πραγματικότητας του κόσμου τούτου. Όχι ακριβώς , πολλές φορές είναι απλά και μόνο ο βαθύτερος κόσμος σκοτεινών μυαλών κάποιων συγγραφέων, σεναριογράφων κ .α.Και δεν μου διαφεύγει πως μέσα από τέτοια σκοτεινά μυαλά ξεπηδούν κάποτε-κάποτε αλήθειες λαμπερές και κοφτερές σαν μαχαίρι.Αλλά κάπου έχω μπουχτίσει μ' αυτήν την τόσο επίμονη ενασχόληση με τα χρώματα του κακού και δεν είναι ότι πιστεύω πως έτσι απογυμνώνεται το κακό αν κάποιος έχει βάλει στόχο κάτι τέτοιο, αντίθετα μας γίνεται όλο και πιο οικείο , μέχρι και αγαπητό αφού οι συνθήκες που διαβάζουμε ένα βιβλίο ή βλέπουμε μια αντίστοιχη ταινία είναι πάντα αγαπητές: Θα πίνουμε τον καφέ μας , θα είμαστε ξαπλωμένοι άνετα, θα καπνίζουμε ένα τσιγάρο κι αυτές οι συνθήκες θα μας κάνουν και πάλι και πάλι να αναζητήσουμε ανάλογα βιβλία καθώς θα έχουν καταχωρηθεί μέσα μας έστω τελείως υπόγεια ως ευχάριστες στιγμές ...Τέλος πάντων για να τελειώνω, βαρέθηκα τα πτώματα, τα αίματα , τα κατακρεουργημένα σώματα ..αλλά επειδή δε θέλω να είμαι άδικη μ' έναν άνθρωπο που μάλιστα έχει πεθάνει, θα μου πει κανείς και τι είναι ο θάνατος...εισιτήριο για καθαγιασμό των ανθρώπων... τέλος πάντων μπήκα στον πειρασμό να πάρω αυτό το βιβλίο, μήπως και μιλάω άδικα...

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
μιλάς ως συγγραφέας,
αλλά εγώ ως αναγνώστης δεν μπορώ να καταλάβω ακριβώς τι εννοείς.
Υπάρχει κάποιο τέτοιο παράδειγμα "αποδόμησης" που θέτεις θεωρητικά; Τι θα μπορούσε να κάνει πέρα από μια μορφή παρωδίας ένας συγγραφέας;
Πατριάρχης Φώτιος

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Ναυτίλε, καλημέρα.
Έμεινα στη διαβεβαίωση του Ιγνάσιο Ετσεβαρρία, ορισμένου από τον Μπολάνιο διαχειριστή και σύμβουλο επί λογοτεχνικών θεμάτων, που δημοσιεύεται στο επίμετρο της έκδοσης. Εκεί αναφέρει ότι ο συγγραφέας, γνωρίζοντας ότι θα πεθάνει και έχοντας ολοκληρώσει σε αδρές γραμμές το έργο-του, έδωσε οδηγίες για το πώς θα δημοσιευτεί. Η εντύπωση είναι ότι ο Μπολάνιο άφησε ανοικτό το τέλος επίτηδες, αν κρίνει κανείς κι από το προηγούμενο βιβλίο-του, τους "Άγριους ντετέκτιβ", ενώ αυτό που δεν πρόλαβε να κάνει είναι να ξαναδουλέψει λεπτομέρειες καί όχι βασικά σημεία δομής.
Ο Ετσεβαρρία είναι κατηγορηματικός ότι πρέπει να το εκλάβουμε ως ολοκληρωμένο έργο.
Επισφαλείς εικασίες ή αρκετά ασφαλείς πιθανότητες;
Πατριάρχης Φώτιος

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Ροβίνα,
η αισθητική της αποσπασματικότητας είνα όντως αμφιλεγόμενη. Κι εγώ δεν λέω με βεβαιότητα ότι αυτή είναι που εκφράζει τον κόσμο-μας ή ότι ο καλός συγγραφέας μπορεί να επαναπαύεται σ' αυτό. Νιώθω όταν διαβάζω τέτοια έργα σαν τον ναυαγό που ένας κακός καπετάνιος τον πέταξε στο πέλαγος, χωρίς να του εξασφαλίσει τα απαραίτητα για να επιβιώσει.
Ωστόσο, ο Μπολάνιο δεν μοιάζει με κακό καπετάνιο. Σε εισάγει σ' αυτήν την αισθητική και την υπηρετεί με σύστημα, υποβάλλοντάς-σου το μέτρο-της.
Γενικά πιστεύω ότι θα ξαναγυρίσουμε (αφού φυσικά δεν έχουν ξεφύγει) σε πιο δομημένες μορφές.

Όσο για τη βία, οι κίνδυνοι που αναφέρεις είναι ορατοί.
Πατριάρχης Φώτιος

Ν.Α.Μ. said...

Για μένα η ιδιοφυια του Μπολάνιο έγκειται στη σύνθεση -μέσω αμέτρητων ψηφίδων που κάθε μια διατηρεί τη σημασία και την αυτοτέλειά της- κατασκευών που σαν χοάνες-μυλόπετρες-τουρμπίνες κινούνται αργά όπως η ίδια η ζωή: στηριγμένες στο Χρόνο, τη Βία, την Αδιαφορία. Όταν τελειώνεις τα μείζονα βιβλία του έχεις την αίσθηση ότι κρυφοκοίταξες σ' ένα άδυτο, παρ' όλο που δεν μπορείς να θυμηθείς τι είδες..

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Ν.Α.Μ.,
αυτή η ψηφιδωτή σύνθεση είναι και ο τρόπος με τον οποίο συλλαμβάνεται από τον Μπολάνιο και άλλους μεταμοντερνιστές ο σύγχρονος κόσμος. Κι εμένα μου άρεσε. Κι εμένα με έβαλε σε μια ανάγνωση που δεν τελειώνει με το τέλος του βιβλίου...
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

πατριάρχη:(απανταω στην προσωπικη ερωτηση)
Οχι,δεν εχω τετοιο παραδειγμα.Θα μπορουσε να κανει (αλλα τεχνικα πολυ πιο δυσκολα) ο,τι κάνει και ο Μπολάνιο με τη συνθεση: να αποδώσει την αποσπασματικότητα του κόσμου.Ομως θα ήταν πιο αισιόδοξο,γιατι θα εβρισκε τουλάχιστον,μεσα στη δαιδαλώδη κατάσταση,επιμερους νοηματα.
τελικα΄,ολα εχουν τη θεση τους (και δεν αμφιβαλλω βεβαια οτι ειναι ενα πολυ καλο βιβλίο,δεν μπορει να εχει υμνηθει τυχαια),αφού δεν εχει (ευτυχώς) απαντηθει ολοκληρωτικά(με τη διττή σημασία της λέξης!) το ερωτημα: η τεχνη ειναι για να αποδιδει την πραγματικότητα;
Γιατι αυτο μαλλον κανει ο Μπολάνιο: αποδίδει,σε ενα σημαντικό(από ο,τι φανταζομαι)ηθικά και ιδεολογικά επίπεδο (οι πανεπιστημιακοί vs oi φόνοι)την πολυδαιδαλη αποσπασματικότητα του κόσμου.
Αλλα μπορει και να ειχε στο μυαλο του ενα συνεκτικο στοιχειο που ο αναγνωστης δεν συλλαμβάνει,χανεται σε ολο αυτο.Κιαυτο με τη ζωή μοιαζει..
επανέρχομαι:η προτάση μου θα ηταν ενα ακομα λογοτεχνικο παιχνιδι..(που,να διευκρινισω,δεν με αφορα προσωπικα:δεν εχω το χρονο-αν ζουσα 1000 χρονια ολα θα τα εκανα!)

Ν.Α.Μ. said...

Ενα άλλο παράδειγμα συγγραφέα στα ίδια μονοπάτια είναι αυτό του WG Sebald. Η διαφορά με τον Μπολάνιο βρίσκεται πιστεύω στη χρήση αυστηρού προσωπικού πρίσματος - αναδεικνύοντας δηλαδή όχι μόνο την αποσπασματικότητα του κόσμου αλλά και της εμπειρίας, της μνήμης και τελικά της ταυτότητας. Με τι συγκινητικά αποτελέσματα όμως!
Αυτοί είναι συγγραφείς (κατά τη γνώμη μου πάντα). Και δέκα ζωές να είχαμε, έτσι δεν θα γράφαμε!
(χωρίς παρεξήγηση)

Pellegrina said...

εγω πάλινομιζω οτι για να γραψεις σαν τον Σεμπαλντ πρέπει να εισαι και ολιγον ψυχοπαθής,καθοτι πώς ειναι δυνατον να μην αναρωτηθεις κάποια στιγμή τι ειναι ολο αυτο το παραλήρημα και "μήπως δεν ειμαι στα καλά μου;" (αναφερομαι στο ωραιότατο κατά τα άλλα Αουστερλιτς-που δεν μπορεσα να διαβασω φυσικά
(Αντιθετα μπορώ να διαβσω τον Μακγρις-που μοιαζει λίγο: εχει μεγαλυτερη λογικη επαφη με το αντικειμενοτου και κάνει και κάποια "κοινωνιολογία'Αυτο του Σεμπαλτ τι ειναι,ποιος θα μου εξηγησει;

υγ: φυσικά και δεν μπορω να γραψω ετσι.Μπορώ ομως να γραψω α λ λ ι ω ς.



ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Ένα βιβλίο του Sebald που δοκίμασα να διαβάσω με άφησε απ' έξω. Δεν μπόρεσα να μπω στη λογική-του, ίσως επειδή, όπως λέει ο/η Ν.Α.Μ., έχει ένα πολύ προσωπικό πρίσμα.
Αλήθεια ο Μακγκρίς βρίσκεται στο ίδιο μήκος κύματος με τους άλλους δύο στην αποσπασματική σύλληψη του κόσμου;
Πατριάρχης Φώτιος

Κατερίνα Μαλακατέ said...

Εγώ θα διαφωνήσω, η γραφή του Μπολάνιο, αν κι έχει τη μεταμοντέρνα αποσπασματικότητα δεν μπορεί να μπει στην ίδια κατηγορία με τον -ακατάληπτο για μένα- Σεμπάλντ. Ο Μπολάνιο γράφει με απλότητα, κατανοείς τί συμβαίνει, σε αφήνει όμως μόνο σου να βρεις τις γέφυρες. Ο Σεμπάλντ γράφει για τον εαυτό του.

ΝΑΜ said...

Μα και ο Μπολάνιο στους "Άγριους ντετέκτιβ" αφηγηματικά είναι εξίσου 'ακατάληπτος'. Μπορεί να χρησιμοποιεί παραγράφους, ορθόδοξη κεφαλαιοποίηση κ.λπ., μετά το τέλος του πρώτου μέρους όμως, που μπαίνουμε στην ατελείωτη αφήγηση σκόρπιων - ασύνδετων φαινομενικά σκηνών από τη ζωή των δύο φίλων, για εκατοντάδες σελίδες αναρωτιέσαι 'τι θέλει να πει ο ποιητής;'
Απλά στον Sebald το ίδιο φαινόμενο έχει μεγαλύτερη συμπύκνωση (και εμφανίζεται σε επίπεδο περιόδων).
Για μένα η τεχνική αυτή (παρ' ότι αφιλόξενη για τον αναγνώστη) δίνει στα έργα αυτά την απαραίτητη 'πλάγια οπτική', δημιουργεί μια 'αποξένωση' που είναι απαραίτητη για να μιλήσουμε πλέον για τα μεγάλα θέματα. (Φρονώ). Λες και το σημαντικό εμφανίζεται δειλά στην άκρη του ματιού όταν αποστρέψεις το βλέμμα και 'περί άλλα τυρβάσεις'.
ΥΓ. Σας χαιρετώ όλους - έστω και καθυστερημένα και ευχαριστώ για τη φιλοξενία.
ΥΓ2. Το σχόλιο για τις 'δέκα ζωές' ήταν χιούμορ (λίγο πικρό, ίσως) με αποδέκτη εμένα.
ΥΓ. Για τον Μάγκρις δεν μπορώ να μιλήσω γιατί ελάχιστα έχω διαβάσει.

Pellegrina said...

Κατ εμε ο Μαγκρις δεν βρισκεταιστοιδιο μηκος κυματος με Σεμπαλντ (από Μπολανιο δεν ξερω).Μιλάει για τους τόπους και τους ανθρωπους,οχι γι τον εαυτό του.Απλως παρομοιασα αυτοτο "ταξιδιωτικό"ας πουμε,που εχει και ο Σεμπαλντ,αν καισε αυτον νομιζω ειναι προσχηματικό.
β) "Αν αποστρεψουμε το βλεμμα από το σημαντικο,θα φανει πλαγίως".
μα η μαγκιά ειναι να πετυχουμε την "αποξενωση",χωρις να αποστρέψουμε το βλέμμα.Να μιλήσουμε κατευθειαν για το σημαντικό,κοιτωντας το στα μάτια,όπως μπορούμε,εστω και με μια φραση.Το άλλο ειναι πανευκολο κόλπο,δεν υπαρχει κανεις που να μην το κανει: λεμε λεμε φλυαριες,ε,και "στην άκρη του ματιού"φαινεται το σημαντικο!so?ΠΟΣΕΣ φορες πια θαγινει αυτο;

Pellegrina said...

αποξένωση=απόσταση.(Δενξερω αν εννοειτε κατι άλλο)

ΝΑΜ said...

Ένα άλλο στοιχείο κατ εμέ είναι ότι η ζωή, σε αντίθεση με τα βιβλία, δεν έχει 'θέμα'. Τα περισσότερα βιβλία από ένα σημείο και μετά πας αποκαλύπτουν το 'θέμα' τους, ακόμα και τα θεωρούμενα ως πιο ακαταλαβίστικα, μέσω της δομής τους(πχ στον 'Οδυσσέα', όταν αντιληφθούμε ότι το όλον λαμβάνει χώρα σε μια μέρα, ή στο 'Η ζωή και οδηγίες χρήσεως' σε μια πολυκατοικία, κ.λπ.).

Αυτά κάπως σα να αντιστέκονται, παρ' όλο που δεν τους λείπει η δράση, ακόμα και η πλοκή (πχ ο Μπολάνιο βρίθει πλοκών, υπο-πλοκών, κλπ).

Θα έλεγα (με τον κίνδυνο του διανοουμενισμού)ότι αν τα τρέχοντα μυθιστορήματα αντιστοιχούν σε πίνακες, αυτά θα μπορούσαν να είναι διακοσμητικά μοτίβα, που με κάποιο τρόπο αισθητοποιούν τον τοίχο πίσω τους και (ίσως) αυτό που βρίσκεται ή μαντεύεται πίσω απ' τον τοίχο. Εξ ου και η ανάγκη απόστασης.

Pellegrina said...

Συμφωνω απόλυτα.Απλώς,προσωπικά εντελώς και υποκειμενικοτατα,ειμαι της-ας πουμε-"σχολης",οτι επειδη ακριβως η ζωη δεν εχει θεμα,η τεχνη "πρέπει" να εχει.Αλλα,καταλαβαινω

NYT Review of Books said...

Τι ενδιαφέρουσα συζήτηση!
Τον Μπολάνο δεν το έχω διαβάσει (είναι το πρώτο υποψήφιο, μετά το Marriage Plot του Eugenidis που διαβάζω τώρα).

Όμως η προβληματική των σχολίων, για κάποιο λόγο, μου έφερε στο νου τον Χαρούκι Μουρακάμι στο -υπέροχο-Κουρδιστό Πουλί και το Kafka on the Shore. Κι αυτός διηγείται παράλληλα πολλές ιστορίες που μοιάζουν ασύνδετες (καμια φορά, μάλιστα, άτεχνες ή αφελείς).
Στο τέλος όμως γίνεται -κατά τη γνώμη μου- μια αόρατη σύνθεση, τόσο ιδιαίτερη, ώστε το βιβλίο να αποτυπωνεται σαν κάτι ομοιογενές -για να μην πώ συμπαγές.

Θελω να πω ότι συμφωνώ με την άποψη της Πελεγρίνας ότι το βιβλίο πρέπει να έχει θέμα. Δεν απόκλείεται όμως το θέμα αυτό να είναι ένα αραιοπλεγμένο νήμα που συνδέει τα στοιχεία του με αφανή τρόπο. Μπορεί επίσης το θέμα του να είναι ευρύτατο -οι διάφορες όψεις της ανθρώπινης κατάστασης, δηλαδή, τα πάντα- κι αυτό να αποδίδεται μέσω της πολυπρισματικότητας του έργου.

Προσωπικά, δεν θα έκρινα το ζήτημα από άποψη λογοτεχνικής σχολής (μεταμοντερνισμού κλπ). Δεν πιστεύω στην ιδεολογικοποιημένη θεώρηση των έργων τέχνης. Νομίζω ότι η συγκίνηση που μας προκαλεί το κάθε μυθίστόρημα έχει να κάνει αποκλειστικά με την ιδιαιτερότητα του συγγραφέα και την απήχηση που αυτή βρίσκει στον -επίσης ιδιαίτερο- ψυχισμό του κάθε αναγνώστη.

Pellegrina said...

πολλά Like (που λεμε στο fb!) στην τελευταια παραγραφο του απο πάνω σχολίου:ναι,μ' αυτη την ϊδεολογικοποίηση" πηξαμε,χωρια που αυτο που λεμε "μεταμοντερνισμό",το βρισκουμε (Μη ιδεολογικοποιημένο ακομα) και σε παμπάλαια κειμενα!

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Απ' όσο μπορώ να συμπεράνω,
υπάρχουν τρεις τάσεις:
-η παραδοσιακή, κατά την οποία το μυθιστόρημα συνθέτει ένα θέμα με αλληλουχία

-η πιο σύγχρονη που ναι μεν υπάρχει θέμα και δομή, αλλά τα νήματα για να το υφάνουν είναι λίγο ή πολύ ελέυθερα, με αποτέλεσμα να φαίνεται ότι δεν υπάρχει πλοκή

-και τέλος η ακόμα πιο πρόσφατη, στην οποία ο συγγραφέας ακολουθεί τη ζωή και δεν υφαίνει τα επεισόδια και τις σκηνές-του αλλά τις αφήνειε ελεύθερες σε ένα ανοικτό έργο που μόνο ο αναγνώστη μπορεί (συνειρμικά και συνδυαστικά) να το κλείσει

Πατριάρχης Φώτιος

George said...

Θα καταχραστώ και γω τον φιλόξενο χώρο του Βιβλιοκαφέ για ένα βιαστικό σχόλιο, καθώς παρακολουθώ μ΄ενδιαφέρον την παραπάνω συζήτηση: συμφωνώντας απολύτως με το σχόλιο του NYT Review of Books (κι ενώ ο Μπολάνιο και ο Μάγκρις ακόμα περιμένουν τη σειρά τους στη βιβλιοθήκη), η ανάγνωση των Δακτύλιων του Κρόνου του Sebald μου αποκάλυψε μία συγκλονιστική γραφή (και μια απίστευτα ευαίσθητη ματιά), ενώ η πρώτη ιστορία των Ξεριζωμένων μου έφερε δάκρυα στα μάτια. Ο δε τρόπος που ο Sebald περνά από το ένα τοπίο στο άλλο (περιηγούμενος την Α. Αγγλία) και ταυτόχρονα από την μία ιστορία στην άλλη, λογοτεχνικά μιλώντας, είναι ασύλληπτος. Δεν μπορούσα να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου, ενώ συνήθως είμαι λάτρης της πλοκής. Αυτή όμως η διαφορετική απήχηση στον καθένα, δεν είναι η μαγεία της λογοτεχνίας; Ευχαριστίες για το πολύ ενδιαφέρον -και πολύ ζωντανό - Καφέ!