Monday, May 14, 2012

“Ο μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας” του Leo Perutz

Ένα εξαιρετικό βιβλίο, απλώς διαβάστε-το. Αναφέρεται στο υποσυνείδητο και στις αναθυμιάσεις-του που μελετήθηκε από τον Freud και αξιοποιήθηκε πολλάκις από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο.


Βιεννέζικος καφές με σαντιγί:
Leo Perutz
“Der Meister des Jüngsten Tages”
Albert Langen
Μόναχο 1923
“Ο μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας”
μετ. Ρ. Ιωαννίδου
εκδόσεις Κίχλη
2011  

            Στην έπαυλη του ηθοποιού Ευγένιου Μπίσοφ παρευρίσκονται, εκτός από τον ίδιο, η γυναίκα-του Ντίνα, η γαμπρός-του Φέλιξ, ο μηχανικός Σόλγκρουπ, ο δόκτορ Γκόρσκι και ο βαρόνος φον Γιος, ο οποίος αναλαμβάνει και την αφήγηση που θα “αποδείξει” την αθωότητά-του, καθώς ο Μπίσοφ αυτοκτόνησε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες και όλοι υποψιάζονται ότι κάποιος ήταν η ηθικός αυτουργός. Επειδή κάτι ανάλογο είχε γίνει και σε έναν αξιωματικό, ιστορία που τη συζητούσε η παρέα εκείνο το βράδυ, επειδή κάτι ανάλογο συνέβη λίγες μέρες αργότερα στη νεαρή φαρμακοποιό και ζωγράφο Λεοπολντίνε, που γνώριζε τον Μπίσοφ, αναζητείται ποιος ήταν αυτός που μπόρεσε να ασκήσει τέτοια επίδραση στα θύματα ώστε να οδηγηθούν στον εθελούσιο θάνατο.
            Δεν πρόκειται μόνο για ένα αστυνομικής υφής έργο. Είναι πρώτιστα ένα υπαρξιακό θρίλερ όπου ένας ζωγράφος του 16ου αιώνα ονόματι Giovansimone Chigi, γνωστός και ως “ο μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας”, φαίνεται να κρύβεται πίσω από όλα αυτά. Μόνο και μόνο το άκουσμα της Δευτέρας Παρουσίας κλονίζει το ρεαλιστικό πλαίσιο του κειμένου και εισάγει μια μεταφυσική αύρα που μετατίθεται συνεχώς προς τα πίσω όσο προχωρά η ανάγνωση. Αυτό το κλίμα αποδίδεται με μια ελισσόμενη αφήγηση, με παρελκυστικούς διαλόγους, με μεταφορά υποψιών και με εικασίες, εύλογες και άλογες, που δεν αφήνουν τον αναγνώστη να σταθεί σε μια και μόνη πορεία σκέψης. Κάποια στιγμή που πεθαίνει από ανακοπή και ο Σόλγκρουπ, είμαστε σίγουροι ότι μια άλλη δύναμη έρχεται στο παρόν και τρομάζει μέχρι θανάτου όσους τη συνάντησαν…
            Από την άλλη, εν αμφιβόλω τίθεται η αξιοπιστία του αφηγητή που προσπαθεί να αποσείσει τις κατηγορίες που ανοικτά τον βαραίνουν και να εξηγήσει τα γεγονότα σε μια αλληλουχία που να απομακρύνουν τις υπόνοιες από πάνω-του. Η αναξιοπιστία του αφηγητή είναι ένα δύσκολο αλλά αποδοτικότατο τέχνασμα στη λογοτεχνία, αφού συμβατικά ο αναγνώστης πιστεύει ότι όσα λέγονται είναι και αληθινά. Όμως αυτή η παγίδευση συχνά δεν τον αφήνει να καταλάβει όχι μόνο την υποκειμενικότητα του αφηγητή, αλλά και τη σκόπιμη ψευδομαρτυρία-του, που διαμορφώνει το πρίσμα θέασης όπως τον συμφέρει. Το ζητούμενο πάντα είναι σ’ αυτές τις περιπτώσεις να διακρίνουμε αν όσα μαθαίνουμε είναι τα γεγονότα αυτά καθαυτά ή οι αποχρώσεις-τους όπως διαθλώνται από την αφηγούμενη συνείδηση. Έτσι, διαβάζουμε μια αληθοφανή μαρτυρία χωρίς να μπορούμε να ανακαλύψουμε πού βρίσκεται η απάτη, πώς διαστρεβλώνονται τα γεγονότα και κυρίως η ερμηνεία-τους, πώς εντέλει συνδέονται άσχετα μεταξύ-τους πράγματα, για να οδηγηθεί η υπόθεση σε λανθασμένους δρόμους. Ο αφηγητής γράφει μυθιστόρημα εν μυθιστορήματι…
            Όσο προχωράει η ιστορία, τόσο όχι μόνο εντείνονται οι ενδείξεις για μια κάποια λύση, αλλά και αναμένουμε την ανατροπή που θα δώσει την κατάλληλη έξοδο στο δράμα. Και όντως πρόκειται για θεατρικότητα τόσο με τους διαλόγους και τις σκηνές, όσο και με τα πρόσωπα που δεν αποδίδονται πλήρως αλλά ως φιγούρες μέσα σε “δεινές καταστάσεις όπου το κάθε πρόσωπο οφείλει να ανασυντάξει το εγώ του”, όπως εξηγεί και ο Κ. Παπαγιώργης στη εξαιρετική κριτική-του στη Lifo.
Η τελική εξήγηση δεν είναι καθόλου μεταφυσική αν και κινείται στα όρια της επιστημονικής φαντασίας με απόλυτες δόσεις αληθοφάνειας. Το κείμενο εν τέλει γίνεται ψυχαναλυτικής έμπνευσης αριστούργημα, ψυχανάλυση που ξεκίνησε από τον Φρόιντ στη Βιέννη, τα χρόνια που ζούσε ο Λέο Πέρουτς εκεί. Και είναι κρίμα που δεν είδαν οι κριτικοί ότι ο πυρήνας του έργου είναι οι ενοχές του καθενός, οι τύψεις που ξυπνάνε και ταλανίζουν τον καθένα, οι Ερινύες που έρχονται απρόσκλητες ή και προσκεκλημένες να οδηγήσουν σε αυτοκτονία τον άνθρωπο. Θυμάμαι μια ταινία, μάλλον μικρής καλλιτεχνικής αξίας αλλά πολύ δυνατή σε συνταρακτικότητα, που λεγόταν Flatliners (Ταξιδιώτες σε άλλη ζωή) του Joel Schumacher, όπου καθένας από τους πέντε ήρωες βιώνει τη μεγαλύτερη ενοχή του και αποφασίζει να την αντιμετωπίσει. Το ίδιο και ο Πέρουτς δείχνει πολύ ατμοσφαιρικά και διαυγώς ότι η Ημέρα της Κρίσεως είναι για τον καθένα η δική-του συνείδηση που τον τύπτει μέχρι εξαντλήσεως.    
Θα ήθελα να μιλήσω κλείνοντας για την ίδια την έκδοση που έφερε στα ελληνικά αυτό το εξαιρετικό βιβλίο. Οι εκδόσεις «Κίχλη» φρόντισαν να κυκλοφορήσουν την άρτια μετάφραση της Ρόζα Ιωαννίδου σε πολυτονικό σύστημα, που τονίζει την απόσταση από την πρώτη-του γερμανόφωνη έκδοση και γι’ αυτό και τη διαχρονική-του αξία. Το κείμενο συνοδεύεται από επίμετρο του Hans-Harald Μüller που ερμηνεύει κριτικά το έργο, αλλά και από ένα μικρό βιογραφικό λεύκωμα που δίνει το κλίμα της εποχής και της ζωής του Περούτς. Όλα αυτά σε επιμέλεια Έμης Βαϊκούση και Γιώτας Κριτσέλη. Η «Κίχλη» αποφάσισε να εκδίδει όχι μόνο καλά έργα, αλλά και βιβλία με σκληρό φύλλο, βαρύ, στιβαρό, ικανό να αντέξει στον χρόνο, ενώ έντυσε το όλο εγχείρημα με ένα ζεστό πορτοκαλί εξώφυλλο, στο οποίο το μάτι χαζεύει, καθώς συναντά τον πίνακα του Carlo Carrà “Οι ιππείς της Αποκάλυψης” (1908).
Φυσικά ευχαριστώ και πάλι την Γιώτα Κριτσέλη που διείδε στο Βιβλιοκαφέ-μου ένα μικρό βήμα βιβλιοδιαλόγου και μου έστειλε το βιβλίο για να το απολαύσω.

[πρωτοδημοσιεύτηκε στον ιστότοπο In2life στις 30/3/2012]
Πατριάρχης Φώτιος

4 comments:

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Αν παρακολουθήσει κανείς την ιστορία του βιβλίου, αφού βέβαια πειστεί για την αξία-του, θα καταλάβει ότι είναι μεν ένα αστυνομικής κόπής έργο, αλλά με φιλοδοξίες για κάτι πολύ βαθύτερο.
Γενικά, είδα πολύ καλές κριτικές.
Αλλά είτε επειδή η Κίχλη δεν είναι κολοσσός, είτε επειδή το όνομα Πέρουτς δεν φωνάζει, δεν πρέπει να κέρδισε πολύ αναγνωστικό κοινό.
Βρείτε-το και διαβάστε-το. Αξίζει
Πατριάρχης Φώτιος

ΥΓ. Με πληρώνουνε καλά να το διαφημίσω και πρέπει να φανώ αντάξιος!!!

Pellegrina said...

αποκλειεται να σε πληωνουν,γιατι δε θα πάρουν ουτε τα λεφτάτους:οσοι ενδιαφερονται πραγματικά να διαβάσουν-οχι για να ουν οτι διαβασαν, αλλα από αληθινό ενδιαφέρον-ειναι ανθρωποι με πολλαπλή δυνατοτητα να προμηθευτούν το βιβλίο δωρεάν.(γιατι ειναι κριτικοί,εκδότες,συγγραφεις και συναφεις) Ακομα κι εγω που δε εχω αυτητη δυνατοτητα μπορώ να το διαβασω χωρίς να το αγοράσω. Οι καταναλωτες,δηλαδή αυτοί που αγοράζουν βιβλία, ή αγοράζουν τις καλές "φιρμες" (για να φάινονται στ η βιβλιοθηκη) ΄'η αγοράζουν αναγνωστικά αγαθα της μιας χρησης.Δενεχετε ακομα καταλάβει οτι η νεα εποχή της δωρεαν π ρ α γ μ α τι κ η ς ανάγνωσης ειναιεδω,εκ των πραγμάτων;εσυ,πόσα από αυτα που διαβαζεις αγοράζεις; και δεν ειναι θεμα χρηματων: ειναιτο απλο:οσο πιο καλος ανανωστης ειμαι,τοσο πιο πολύ γνωρίζω οτι δεν αξιζει η απόκτηση, οτι δεν ειναι κει η ουσια. Το (μεγάλο)εμπόριο χαρτιού ανηκει οριστικά στη μετριότητα. ΕΚ ΦΥΣΕΩΣ. (βεβιως,υπάρχει η σπανια πέριπτωση να το διαβασω και ΜΕΤΑ να το αγοράσω: αυτο θα σημαινει ΠΟΛΥ καλο βιβλίο)
(Θα το διαβασω. Αλλα ΔΕΝ θα το αγοράσω,σε πρωτη φαση. Δεν μπορώ,άλλωστε..)

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ.
Πρώτα θα το διαβάσω και μετά θα το αγοράσω για να το έχω. ΝΑΙ, αυτό είναι ΤΟ βιβλίο. Αυτό που θα θέλει κανείς να το ξαναδιαβάσει, που θα θέλει να το έχει στην κατοχή-του, που θα θέλει να επενδύσει σ' αυτό χρήματα.
Υποκλίνομαι.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

να συμπληρωσω οτι αν βεβαιως δεν ζουσαμε στην καφροχωρα,θα ειχαμε βιβλιοθηκες για δανεισμο, βιβλία συγχρονης λογοτεχνίας στα σχολεία, εξαγωγη της λογοτεχνικης παραγωγής σε ολο τον κόσμο και διασκευες για σινεμα, θεατρο κλπ και οι εκδοτικοί οικοι θα ειχαν εσοδα από ολα αυτά. Αλλα τι λεω:εμεις ειμαστε η μονη χωρα στο συγχρονο κοσμο που απεχθανομαστε την α γ ο ρ α. Εγω δεν απεχθάνομια καθολου την αγορά: θεωρω οτι μονο μεσα στηναγορά εχουμε τη δυνατοτητα να αναπτύξουμε και διαδώσουμε εναν τομεα τοσο ωστε μετα ο καθενας να κανει ο,τι θελει με αντικρυσμα-ακομα και οτ δωρεαν. Σε μια κλειστή,μιζερη κοινωνια τα πάντα πνιγονται