Sunday, June 12, 2011

“Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες” του Μάριο Βάργκας Λιόσα

Το ότι πήρε πέρυσι το βραβείο Νόμπελ δεν λέει κατ’ ανάγκη πολλά. Αλλά ότι είναι μεγάλος συγγραφέας εξηγεί και γιατί πήρε το Νόμπελ αλλά και γιατί μπορεί κανείς να εντρυφήσει σε ιδιαίτερες πλευρές της λογοτεχνίας μέσω του έργου-του.

Peruvian gourmet coffee:
Mario Vargas Llosa
El Hablador
1987
Μάριος Βάργκας Λιόσα
“Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες”
μετ. Τ. Ραπακούλια
εκδόσεις Καστανιώτη
2010

Οι λαοί επιβιώνουν μέσω της αφήγησης

            Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε δύο σαφώς διακριτά επίπεδα, τα οποία εναλλάσσονται και διαφοροποιούνται τόσο αφηγηματικά και υφολογικά όσο και χωροχρονικά.
Ο πρωταγωνιστής-αφηγητής έχει έναν φίλο, τον Εβραίο Σαούλ Σουράτας, ο οποίος ξεχωρίζει για μια μεγάλη τερατώδη ελιά στο πρόσωπο. Ο τελευταίος σύστησε στον αφηγητή έναν λαό του Περού, χαμένο μέσα στη ζούγκλα του Αμαζονίου, τους Ματσιγκένγκα. Ο λαός αυτός έχει μερικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, μεταξύ των οποίων είναι το ότι είναι νομαδικός, όμως δεν μετακινείται όλος μαζί αλλά σε ομάδες με αποτέλεσμα να ζει σε μια μεγάλη επικράτεια, χωρίς συνοχή και ενότητα. Τι είναι αυτό ωστόσο που δίνει ομοιογένεια στον λαό αυτό; Φυσικά η κοινή κουλτούρα η οποία συντηρείται με έναν πρωτότυπο τρόπο: μέσω των ιστορητών, ανθρώπων της φυλής οι οποίοι μετακινούνται από περιοχή σε περιοχή και εξιστορούν τα νέα, τις ειδήσεις αλλά και τους μύθους και θρύλους, το κοινό παρελθόν και το κοινό παρόν της μίας οικογένειας προς την άλλη. Κάποια στιγμή ο Σαούλ φεύγει από το Περού για να γυρίσει στο Ισραήλ…
Το πρώτο επίπεδο το οποίο εκτυλίσσεται στα ζυγά κεφάλαια του έργου αναφέρεται με τρόπο απόλυτα σαφή και εύληπτο σ’ αυτήν την ιστορία. Έτσι, εξηγούνται ανθρωπολογικά στοιχεία των Ματσιγκένγκα, τη μυστηριώδη έλξη που ασκούν στον αφηγητή και πολλώ μάλλον στον Σαούλ, ο οποίος ψυχαναλυτικά είτε ταυτίζεται μαζί-τους λόγω της ελιάς που τον περιθωριοποιεί από τους άλλους ισπανόφωνους Περουβιανούς είτε επειδή ως Εβραίος έχει στο DNA-του το στίγμα του περιπλανώμενου, του παρία, του γκετοποιημένου. Το τέλος δικαιώνει τέτοιες εικασίες.
Στο δεύτερο επίπεδο, το οποίο εκτυλίσσεται στα μονά κεφάλαια, παρατηρούμε την αφήγηση ενός ιστορητή (;) ή τέλος πάντων ενός Ματσιγκένγκα, αφήγηση που μας ταξιδεύει στη μυθολογία-τους, από τον μυθικό Τασουρίντσι ως το φεγγάρι, τον Κασίρι, στην καθημερινότητά-τους, στο γάμο και στους εχθρούς-τους, στους καλούς σεριπιγάρι και στους διαβολικούς απεσταλμένους του θεού του κάτω κόσμου Κιεντιβακόρι, στους λευκούς βιρακότσα που ήλθαν από την Ευρώπη, στα ποταμόψαρα σάβαλο, στα πουλιά τσακάμι, τσίκουα, στα δέντρα ουνγκουράβι ή τα λουπούνα, στις χελώνες τσαράπα, στα φίδια ανακόντα, στους αιλουροειδείς οσελότους κ.ο.κ.
Η δεύτερη αυτή αφήγηση διαφέρει ριζικά στον τρόπο γραφής, καθώς δεν ακολουθεί απόλυτα μια χρονική πορεία αλλά μάλλον μια κυκλική κατεύθυνση, όπου οι επαναλήψεις είναι συχνές, ο κόσμος των ανθρώπων διασταυρώνεται ανεπαίσθητα με τον κόσμο των άυλων οντοτήτων, η γραμμική εξέλιξη της ιστορίας είναι άγνωστο δεδομένο. Προσομοιάζει λοιπόν με αληθοφάνεια για έναν ξένο με τον τρόπο ιστόρησης των Ματσιγκένγκα ιστορητών και έμμεσα δείχνει ότι οι προσπάθειες των Ευρωπαίων να εκπολιτίσουν, να εκχριστιανίσουν ή απλώς να γνωρίσουν τον πολιτισμό τέτοιων φυλών είναι στην ουσία, είτε άμεσα είτε έμμεσα, είτε σκόπιμα είτε ασύνειδα, μια προσπάθεια να τον αλλοιώσουν. Ο εξισπανισμός-τους, η σταδιακή εγκατάλειψη της νομαδικής-τους φύσης, η εξάλειψη των ιστορητών συντείνει στην αποματσιγκενγκοποίηση των πληθυσμών και στην εξομοίωσή-τους με τους υπόλοιπους ισπανόφωνους Περουβιανούς.
Ο Μάριο Βάργας Γιόσα (όπως είναι η σωστή λατινοαμερικάνικη προφορά του ονόματός-του) φτιάχνει μια απλή ιστορία ως προς το περουβιανό παρόν, ιστορία που εξηγεί σχεδόν τα πάντα αλλά και σαγηνεύει με αυτήν τη λιτή απόπειρα να πάρει με το μέρος-του τον αναγνώστη, όχι χάρη σε μορφικά πειράματα αλλά χάρη στην καθαρότητα με την οποία η σύγχρονη γραμμική ιστορία διαφοροποιείται από την σπειροειδή της ντόπιας κουλτούρας.
Έτσι, το μυθιστόρημα συνδυάζει τη σύγχρονη οπτική της ιστορίας με τον ιδιαίτερο, πολύχρωμο και λαβυρινθώδη εν μέρει, τρόπο των Ματσιγκένγκα, συνδυάζει το ανθρωπολογικό ενδιαφέρον με τον προβληματισμό για την τύχη τέτοιων πληθυσμών και πολιτισμών, ανάγει το τοπικό σε παγκόσμιο και ταυτόχρονα το αφήνει να δείξει τη δυναμική-του, όχι αφομοιώνοντάς-το σε μια δυτικοευρωπαϊκή νοοτροπία αλλά αφήνοντάς-το να συστηθεί από μόνο-του και να διαλαλήσει το δίκιο-του. Η πολιτισμική προσέγγιση, η αντίστιξη και η ουσιαστική μέριμνα του Σαούλ σε πρώτη φάση για τον πολιτισμό των ιθαγενών, η έμπρακτη προσπάθειά-του να τον διατηρήσει αλλά φυσικά και η τεχνική του Γιόσα να δώσει καθαρά το στίγμα-τους είναι τα πλεονεκτήματα που δεν αφήνουν ασυγκίνητο αισθητικά τον αναγνώστη.
Πατριάρχης Φώτιος

3 comments:

Pellegrina said...

μεγάλη συζητηση βεβαια (και λίγο βαριά για καλοκαιρι και ..αναδιάρθωση) , αλλα θα ελεγα ότι, σε μεγάλο βαθμό, και τα ά τ ο μ α επιβιώνουν μεσω της αφηγησης

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Εδώ όμως
έχουμε κυριολεκτικά έναν λαό,
ο οποίος ζούσε μέσα από τον Hablador,
που δεν ήταν απλώς ένας περιπλανώμενος αοιδός,
όπως στην αρχαία Ελλάδα,
αλλά ο συνεκτικός-τους δεσμός,
ο εγγυητής της ταυτότητας,
ο ταχυδρόμος, ο δάσκαλος,
ο σύνδεσμος κ.ο.κ.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

μπορεί το ιδιο να ητνα κια ο περιπλανωμενος αοιδός στην αρχάι Ελλάδα. Ή έτσι ν αξεκινησε ή να έπαιζε ΚΑΙ αυτο το ρόλο. Λιγα ξερουμε στην πραγματικότητα και ο πολυς κοσμος αδιαφορεί 9ή δεν μαθαίνει, ή αρνείται) την επιστημονική ερευνα (που γινεται, οχι αναγκαστικά στην Ελλάδα) σε αυτο τον τομέα. Ποια ήταν η "συνεκτικότητα' των λαών που ζούσαν στη γεωγραφική περιεοχή της σημερινής Ελλάδας στην ¨ομηρική" εποχή; Γιατι τα μυκηναϊκής εποχής κατορθώματα *παμπάλαια ήδη για εκείνους) ήταν το θεμα των γνωστών μας επών, και όχι οι σ΄ υ γ χρ ο ν ε΄ς τους περιπετειες; Γιατι περιλαμβάνουν κατεβατά στερεότυπων φράσεων, χωρίς καμιά λογοτεχνική πρωτοτυπία στην πραγμστικότητα; ο ρόλος τους δεν ήταν "καλλιτεχνικός", ήταν άλλος. Δεν ξερουμε καν, αν υπήρξε ο Όμηρος. (Αφήνω το ¨χερι" που εβαλε ο Πεισίστρατος)θελω να πω, και τα ελληνικά κατι απρόμοιο θα ήταν.