Sunday, March 28, 2010

qahwa sudaniyya: “Από το Τόκιο στο Χαρτούμ” του Γιώργου Βέη

Ταξιδιωτική λογοτεχνία. Κάθε συγγραφέας που ασχολείται με το είδος βάζει τη σφραγίδα της γραφής-του ποικίλλοντας μ’ αυτόν τον τρόπο τη βεντάλια. Λ.χ. ο Ουράνης αφηγείται, ο Καζαντζάκης περιηγείται και στοχάζεται, ο Βέης δίνει ποιητικές εικόνες.

“Από το Τόκιο στο Χαρτούμ”
εκδόσεις Κέδρος
2009

        Στην αρχή περίμενα –μάλλον κακώς- μια περιηγητική διαδρομή στις χώρες που έζησε ο Βέης ως πρέσβης, σαν μια γεωγραφική ξενάγηση με ιστορικά στοιχεία και εμπειρίες ταξιδιού. Και λέω κακώς, γιατί αφενός αυτό προσιδιάζει σε εκπομπές για την τηλεόραση και αφετέρου γιατί η ποιητική ιδιότητα του συγγραφέα καθορίζει τη ματιά-του αλλά και τη γραφή-του, με αποτέλεσμα αυτό που τελικά εισπράττει ο αναγνώστης να είναι μια ιμπρεσσιονιστική απεικόνιση στιγμών και αισθημάτων, εικόνων και σκέψεων διυλισμένων από το στοχαστικό βλέμμα του Βέη.
          Η  Ι α π ω ν ί α  ξεδιπλώνεται σαν μητέρα αισθήσεων και εμπειριών, σαν μια συνεχής τελετουργία συμβόλων και διαφευγόντων νοημάτων. Η   Α φ ρ ι κ ή   σαν μια πανδαισία πολιτισμών, τόσο πολύχρωμων όσο και ερεθιστικών. Από το Τόκιο της Άπω Ανατολής στη Γιαουντέ του Καμερούν κι έπειτα στο Χαρτούμ του Σουδάν, από το σάκε στον qahwa sudaniyya (σουδανικό καφέ). Ο Ευρωπαίος, τόσο ο συγγραφέας όσο και ο αναγνώστης, λειτουργεί καταρχάς μυητικά, προσπαθεί να ικανοποιήσει την περιέργειά-του, αλλά συν τω χρόνω να εγκλιματιστεί σε ένα μωσαϊκό πολιτισμικών σημείων που δεν ταιριάζουν με την κοσμοαντίληψή-του και οφείλει να το αποκωδικοποιήσει και εν μέρει να το ασπαστεί.
        Ο Βέης δεν βλέπει τόσο τοπία όσο κείμενα. Δηλαδή δεν μένει στο εξωτερικό ερέθισμα ενός χώρου, ενός σκηνικού, αλλά το δουλεύει στο μυαλό-του ποιητικά, το αποδίδει στοχαστικά, το επεξεργάζεται διακειμενικά. Κάθε κεφάλαιο, ασύνδετο αφηγηματικά με το προηγούμενο και το επόμενο, στίζεται κυριολεκτικά με πληθώρα παραπομπών και κειμενικών αναμνήσεων. Τα ποιητικά χωρία αποτυπώνουν το φευγαλέο αίσθημα της στιγμής, ενώ οι φιλόσοφοι έρχονται στο γραπτό του Βέη για να αναγάγουν το στιγμιαίο σε διαχρονικό. Ο Ιάπωνας συγγραφέας Μισίμα και το έργο-του συμπλέει με τα θεατρικά δρώμενα στο Κιότο, αν θυμάμαι καλά, και ο Γάλλος Ρολάν Μπάρτ αποκωδικοποιεί τους συμβολισμούς της ιαπωνικής σημειωτικής.
          Ο Βέης δείχνει όχι μόνο πολιτισμική οξυδέρκεια αλλά και διακειμενική συνθετική ικανότητα που μπορεί να διαβάζει αυτά που βλέπει και να αναπαράγει με τη γραφή όσα είδε.

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, March 26, 2010

Ελληνικός με φουσκάλες: “Ποιον θα δαγκώσω άμα λυσσάξω” του Παντελή Καλιότσου

Η αυτοβιογραφία σαν μυθιστόρημα κάνει ήρωα τον ίδιο τον αυτοβιογραφούμενο και επινοεί τη ζωή-του μέσα από βιωμένες στιγμές και διαθλασμένες αναμνήσεις.

“Ποιον θα δαγκώσω άμα λυσσάξω”
εκδόσεις Καστανιώτη
2009

        Ομολογώ ότι με τράβηξε καταρχάς ο τίτλος. Τον είδα πάνω στον πάγκο του βιβλιοπωλείου και είπα: να ένας έξυπνος τίτλος για να δείξει αντισυμβατικά την αντίδρασή-του στην κοινωνία και σε όλους όσοι φέρονται εγωιστικά, αντικοινωνικά, ωχαδελφικά κ.ο.κ. Έπειτα είδα το όνομα του συγγραφέα και σκέφτηκα ότι ο Καλιότσος είναι ένα αφανές όνομα στο λογοτεχνικό στερέωμα, πολύ καλός στα παιδικά-του (βλ. τα “Ξύλινα σπαθιά”), αλλά κάτι λάμπει γύρω-του που με τραβάει και θα ήθελα να διαβάσω π.χ. τον “Μεσαίο τοίχο” του.
           Η παρούσα αυτοβιογραφία είναι γραμμένη με τη χάρη του παραμυθιού, όπου το απόσταγμα της ζωής απορρέει από περιστατικά και λιγότερο από σκέψεις (σε αντίθεση λ.χ. με τη Σώτη Τριανταφύλλου που έγραψε μια πολύ ευφυή, γεμάτη περίτεχνες σκέψεις, αυτοβιογραφία: το “Ο χρόνος πάλι”). Η εξιστόρηση των παιδικών χρόνων-του είναι δοσμένη με ελαφρύ χιούμορ, με διάθεση να αποκαλύψει μια ζωή που δεν του χάρισε όσα θα ήθελε ένα παιδί και γενικά δεν τον τίμησε με πλούτη και δόξα. Μου θύμισε πάλι το “Μονοπάτι στη θάλασσα” του Σουρούνη.
       Ο Καλιότσος έχει μέσα του το παραμυθιακό στοιχείο και γράφει με απλότητα και σαφήνεια, χωρίς να λείπει η λογοτεχνική στόφα. Κρατά έναν άξονα δράσης, κατά βάση χρονολογικό, αλλά έντεχνα παραλείπει στοιχεία και συχνά πηδάει σε άλλες αναμνήσεις που σχετίζονται συλλογιστικά με όσα ήδη έχει πει.
         Ήταν ένας Χριστιανός που έπραξε αμαρτίες, αλλά και ένας άθρησκος που σκεπτόταν χριστιανικά. Περιφέρθηκε σαν κλοσάρ και σαν μποέμ, αλλά μόναζε κιόλας παρέα με τον σκύλο-του σε έναν κολπίσκο στη Σκύρο. Με μικρότερο το ένα πόδι από το άλλο ήταν σπουδαίος ψαράς και κολυμβητής. Ασπούδαχτος κατ’ ουσία είχε μια εγγενή κλίση προς την αφήγηση… Θα μπορούσα να αραδιάσω κι άλλες αντιφάσεις της ζωής-του. Και χάρη σε όλες αυτές εντέλει είναι τόσο αυθεντικά και απρόβλεπτα αληθινά όσα γράφει.
Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, March 23, 2010

Schwarzer Kaffee με γάλα: “Ένας κόμπος όλα” της Ματζαρίδου vs. “Βασανιστές” του Ραχιώτη

Crash test μεταξύ δύο πρωτοεμφανιζόμενων, οι οποίοι ξεκινάνε στον λογοτεχνικό στίβο σε ώριμη ηλικία εκπροσωπώντας δύο τάσεις (γυναικεία – ανδρική, ιδιωτική – δημόσια), οι οποίες αξίζει να ιδωθούν ως παράλληλα σύμπαντα. Το πιο σημαντικό είναι ότι πρόκειται για ώριμα κείμενα, δουλεμένες γραφές, συγκροτημένες πένες. Κι είναι σύνηθες στην Ελλάδα να έρχονται νεοεμφανιζόμενοι συγγραφείς, συχνά στη δεκαετία των 40 ή των 50, που έχουν πολλή δύναμη και εμπειρίες, έχουν καλλιεργήσει τον λόγο και τη σκέψη, ασχέτως αν μετά συχνά …μένουν από λάστιχο.

Ευσταθία Ματζαρίδου
“Ένας κόμπος όλα”
εκδόσεις Μεταίχμιο
2009

Θοδωρής Ραχιώτης
“Βασανιστές”
εκδόσεις Καστανιώτη
2009

         Ενώ η λογοτεχνία έχει καταπιαστεί με κάθε πτυχή της ατομικής και οικογενειακής ζωής του ανθρώπου, με τον έρωτα και τον θάνατο μέχρι τις σχέσεις γονέων-παιδιών και τη φιλία, από τη μοναξιά και την αποξένωση ώς το έγκλημα και την εκδίκηση, η εγκυμοσύνη έχει περάσει απαρατήρητη, τώρα που το σκέφτομαι χωρίς εξήγηση.
        Η Ματζαρίδου πραγματεύεται ένα πολύ γυναικείο θέμα, το οποίο θα μπορούσε να αποθαρρύνει τον ανδρικό κοινό: μια ανύπαντρη γυναίκα, ετών σαραντακάτι, μένει έγκυος, βλέπει όλη τη ζωή-της να αλλάζει με σταδιακά βήματα που ξεκινάνε από τον τρόπο που σκέφτεται τον εαυτό-της και τους άλλους. Οι πρώτες σκέψεις, η αντιμετώπιση της μάνας-της στο χωριό που ούτως ή άλλως είναι ξένος κόσμος γι’ αυτήν, ο μικρός με τον οποίο διατηρεί μια χαλαρή ερωτική σχέση (ο πατέρας στην ουσία του παιδιού), τα διλήμματα και η αντιμετώπιση της ζωής υπό το πρίσμα της νέας συμ-βίωσης με το επερχόμενο κορίτσι.
      Ο εσωτερικός μονόλογος της γυναίκας θα μπορούσε να είναι κουραστικός και στατικός. Αντίθετα, αποπνέει μια σπιρτάδα, μια εσωτερική αεικίνητη ορμή που ισορροπεί ανάμεσα στα γεγονότα και τις σκέψεις της αφηγήτριας. Ο αναγνώστης παρακολουθεί με περιέργεια την ψυχολογία της εγκύου, που βρίσκεται συνεχώς σε διλημματική κατάσταση για το αν θα το κρατήσει ή όχι, για το φύλο του παιδιού, για το πώς θα αντιμετωπίσει τον περίγυρό-της κ.ο.κ. Συνάμα η αμφιθυμική της στάση, που τη μια χαίρεται και νιώθει ανακουφισμένη και στην επόμενη σελίδα σκυθρωπιάζει και αισθάνεται αδύναμη και γριά αποτυπώνουν αληθοφανώς το ψυχολογικό τρίκλισμα μιας γυναίκας που βλέπει να αλλάζει ανεπιστρεπτί η ζωή-της από το νέο πλάσμα που έρχεται να τη σφραγίσει.
        “Η συγγραφέας… εκτονώνει όλη τη σωρευμένη, στη διάρκεια χρόνων, ψυχική ορμή και μας δίνει ένα κείμενο μεγάλης ψυχικής εντάσεως και, ανά σημεία, βαθιάς αναμόχλευσης του εαυτού …ξεδιπλώνοντας το βαθύ τραύμα της αφηγήτριας-πρωταγωνίστριας από τη μάνα της και τη συνακόλουθη καταστροφή τού εντός της μητρικού κέντρου” (Ξενάριος, «διαβάζω», Φεβρουάριος 2010).

       Στην αντίπερα όχθη ο Ραχιώτης κατάγει το δημόσιο στο ιδιωτικό ή ανάγει το ιδιωτικό στη σφαίρα του δημοσίου. Ήρωάς-του ή μάλλον αρνητικός ήρωας είναι ένας πρώην βασανιστής της Χούντας, ο οποίος βαθμιαία μετατρέπεται από απλό φιλήσυχο πολίτη σε σαδιστή της ΕΣΑ.
        Το ερώτημα που κυριαρχεί είναι: Βασανιστής γεννιέσαι ή γίνεσαι;
Κατά τον Θοδωρή Ραχιώτη η αποκοτιά χτίζεται αργά. Πυροδοτείται από ένα μακρύ φιτίλι ατάκτως ερριμμένο όπου σφίγγεται γύρω από τα πρώτα βήματα της κοινωνικοποίησης του ατόμου. Όμως εκεί που το στάδιο της απόλυτης ελευθερίας του ατόμου, αντεστραμμένο συναντά την αχαλίνωτη εξουσία” (Κουρμουλής, «Αυγή», 5.1.2010) (http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=515171  )
          “Οσον αφορά τον συγγραφέα, φαίνεται να έχει καταλήξει, πολύ πριν από τη συγγραφή, ως προς την απάντηση. Υιοθετεί την κυρίαρχη άποψη κοινωνιολόγων, ψυχολόγων και λοιπών αρμοδίων, που προκρίνει το περιβάλλον ως τον καθοριστικό παράγοντα στην καλλιέργεια της επιθετικότητας και κατ' επέκταση, της βίας. . . Σε αυτό ακριβώς συνίσταται το εγχείρημα του εν λόγω, πρώτου του βιβλίου. Να δείξει, ή μάλλον ακριβέστερα να εμπεδώσει, διά της μυθοπλασίας τα επιστημονικά πορίσματα στην ειδική και πλέον ενδιαφέρουσα περίπτωση του βασανιστή ως οργάνου κρατικής καταστολής.” (Θεοδοσοπούλου, «Ελευθεροτυπία», 15.1.2010) (http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=15/01/2010&id=121054  ).
        “Εν τέλει τα πάντα είναι θέμα ρόλων: ο άνθρωπος που θα μπορούσε να είναι ιδεολόγος κομμουνιστής, αναθρεμμένος με την ιδέα της διεκδίκησης των εργασιακών του δικαιωμάτων, ο ίδιος μετατρέπεται μέσω του στρατού σε όργανο ισχύος και εξουσιαστικής καταπίεσης. Ο κοινωνικός ιστός εκπαιδεύει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα μέλη του, όχι επειδή τα τελευταία είναι συνειδητοί φορείς των ιδεών τους, αλλά επειδή οι συνθήκες ζωής τους οδήγησαν στο να λειτουργήσουν με τον δείνα τρόπο, για να επιβιώσουν μέσα σε ένα πλαίσιο στο οποίο το άτομο είτε επιβάλλεται είτε εξοντώνεται.” (Περαντωνάκης, «διαβάζω», Ιανουάριος 2010).
        “Πάνω από όλα όμως ο οξυδερκής Ραχιώτης, επιχειρηματολογεί στην έννοια του κράτους. Το κράτος σαν η εφαρμοσμένη εκδοχή της υπερβατικής εθνικής συλλογικότητας, διατρέχεται από έναν απλοϊκό κανόνα: την άσκηση της εξουσίας, δια μέσο οργανωτικών δομών. Η κοινωνία βρίσκεται εκτός. Όποιος δεν υπακούει, εξοβελίζεται.” (Κουρμουλής, «Αυγή», 5.1.2010)

         Δύο βιβλία τα οποία έτυχε να διαβάσω μαζί, δύο βιβλία άξια για πόνημα πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα ώριμης ηλικίας, δείχνουν ποια θέματα και πώς τα πραγματεύεται κάθε φύλο, κάθε οπτική γωνία σε μια πολυπρισματική ζωή της οποίας κάθε συμβάν διεκδικεί και τη θέση-του στη λογοτεχνία.
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, March 21, 2010

Παγκόσμια ημέρα ποίησης

Διαβάζουμε ποίηση όχι γιατί είναι της μόδας, αλλά αντίθετα επειδή πηγαίνει κόντρα στη μόδα, θέλει αργή ανάγνωση και συγκέντρωση, ζητά να απομυζήσει κάθε ικμάδα της σκέψης-μας, απαιτεί να μας απορροφήσει ολόκληρους. Και σε καιρούς ταχείς και καταιγιστικούς, όπως αυτοί που ζούμε, η στοχαστική αυτή αργοπορία φαντάζει ...παλιομοδίτικη.
      Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για ποίηση, ας βάλουμε στο μυαλό-μας Καββαδία ή καλύτερα ...ας ακούσουμε λίγους από τους στίχους-του.

Μελοποίηση Νίκου Καββαδία
(πηγή: Μιχάλης Γελασάκης στο http://www.poiein.gr/archives/1873/index.html )

Ο πίνακας που  απεικονίζει τον Νίκο Καββαδία είναι του Γιάννη Τσαρούχη.
- Γιάννης Σπανός, “Ανθολογία Γ΄”, Lyra 1975. Ερμηνεία: Κώστας Καράλης
- Μαρίζα Κωχ, “Μαρίζα Κωχ”, CBS 1977.
- Θάνος Μικρούτσικος, “Ο Σταυρός του Νότου”, Lyra 1979. Ερμηνεία: Γιάννης Κούτρας, Αιμιλία Σαρρή, Βασίλης Παπακωνσταντίνου.
- Μιχάλης Τερζής, “Τραγούδια της θάλασσας”, CBS 1983. Ερμηνεία: Κώστας Καράλης.
- Λάκης Παπαδόπουλος , “Περίπου”, Lyra 1984. Ερμηνεία: Αρλέτα (δύο ποιήματα).
- Ο Κώστας Θωμαΐδης τραγουδάει το «Καραντί» για πρώτη φορά μελοποιημένο από τον Θάνο Μικρούτσικο το 1983.
- Ηλία Αριώτης - Νότη Χασάπης, “S/S IONION 1934”, Minos 1986. Ερμηνεία: Δήμητρα Γαλάνη για το «Γράμμα ενός αρρώστου».
- Αδερφοί Κατσιμίχα, “Όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις”, Columbia (Minos-Emi) 1987. Μελοποίηση του «Μαϊμού του ινδικού λιμανιού» (Μαϊμού).
- Δημήτρης Ζερβουδάκης το 1989 μελοποιεί το «Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ» (Γράμμα σ’ έναν ποιητή).
- Στα τέλη του 1988 η Μαρίζα Κωχ επανέρχεται με ένα μελοποιημένο ποίημα του «Μαραμπού».
- Το 1991, ο Θάνος Μικρούτσικος επανήλθε με τις «Γραμμές των Οριζόντων» (Minos). Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχα και ο ίδιος.
- To Δεκέμβριο του 1996 η Νένα Βενετσάνου ερμήνευσε την “Πικρία” σε μουσική Michael Montanaro στο δίσκο “Νέα γη”.
- Τον Ιούνιο του 2004 κυκλοφόρησε ένα διπλό cd με τίτλο «Όρθιοι». Προσωπικός δίσκος του Βασίλη Λέκκα με τρία μελοποιημένα ποιήματα από τον Χάρη Παπαδόπουλο. Το «Guevara» και η «Η μικρή χορεύτρια» Το cd αυτό πλέον δεν κυκλοφορεί.
- Στις 17 και 18 Μαρτίου 2005, με αφορμή μια σειρά συναυλιών που έκανε ο Θάνος Μικρούτσικος στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ηχογραφήθηκε ο δίσκος «Σταυρός του Νότου/Γραμμές των οριζόντων» (διπλό cd). Για πρώτη φορά μελοποιείται το ποίημα «Μαρέα» και ερμηνεύεται από τον Γιάννη Κούτρα και τον Χρήστο Θηβαίο.  Κυκλοφόρησε από την EMI.
- Χειμερινοί Κολυμβητές, το ποίημα «Παραλληλισμοί» στο δίσκο “Στο πέρασμά σου”, Lyra 2007.


Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Δημήτρης Ζερβουδάκης
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Ζερβουδάκης


Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ' αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.


Κάτι που θα 'κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά•
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.


Κάτι που θα 'κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τα' αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.


Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ... Σκεφτείτε... Εγώ.
Ένα καράβι... Να σας πάρει, Καίσαρ... Να μας πάρει...
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ' οδηγώ.


Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
- Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.


Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ' αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.


Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.


Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν' ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ' ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.


Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει•
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ.


Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
- μια γριά σ' ένα πολύβοο καφενείο -
μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.


Και μια βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε - ίσως - τη Γκρέτα να επιστρέψει.


Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα 'ναι ποιητικότερο και πι' όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ' άγριο κύμα;


Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.


Η μόνη μου παράκληση όμως θα 'τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για έν' αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.

Να διαβάζουμε λίγο ποίηση: κάνει καλό στην ψυχική υγεία
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, March 19, 2010

Προαναγγελία κρέπας: Δημήτρης Μαμαλούκας

1. Την 1η Απριλίου θα ανοίξουμε τον μήνα με μια κρέπα, αφιερωμένη σε έναν συγγραφέα που έχει πάψει μεν να είναι πολλά υποσχόμενος και έχει περάσει στο στάδιο της ώριμης αποτίμησης του έργου-του.
       Με αφορμή το τελευταίο βιβλίο-του ("Κοπέλα που σε λένε Φίνι") κερνάμε αλμυρή κρέπα με λαχανικά για τον Δημήτρη Μαμαλούκα. Δε θα ήθελα να γίνει σύγκριση με φτασμένους νεοέλληνες συγγραφείς, αλλά να σταθούμε στα αξιόλογα βιβλία-του, να μιλήσουμε φυσικά και για ό,τι δεν μας αρέσει, να αποτιμήσουμε το τελευταίο-του κείμενο και να δούμε τι μέλλον έχει αυτή η ρημάδα η λογοτεχνία.

2. «Οι Έλληνες δεν κατάγονται από Έλληνες»!
του Γιώργου Παππά (Τα Νέα, 17.3.2010)
"ΜΕΤΑ το «Focus» και τη λαϊκή «Βild», η σειρά της «FΑΖ» στην αναζήτηση της ταυτότητας των σημερινών Ελλήνων.

Στην ιστοσελίδα της έγκριτης εφημερίδας faz. net ο συντάκτης του σχετικού πονήματος Αντρέας Κιλμπ δεν έχει αμφιβολία ότι «οι Έλληνες δεν κατάγονται από Έλληνες». «Χωρίς πολλά λόγια», όπως λέει μεταξύ των άλλων, οι σημερινοί Έλληνες δεν είναι τίποτα άλλο από αυτά που άφησαν πίσω τους οι Σλάβοι το 600 μ.Χ., οι Φράγκοι σταυροφόροι, οι Βούλγαροι, οι Σέρβοι, οι Καταλανοί, οι Οθωμανοί και τα αλβανικά φύλα. «Ένας στους τέσσερις σημερινούς Έλληνες προέρχεται από τους πρόσφυγες, άλλοι τόσοι έχουν σλαβικές ή αλβανικές ρίζες, αλλά όλοι είναι ενωμένοι μπροστά στον κοινό εχθρό. Και ελλείψει των Τούρκων, ιδεώδης στόχος είναι τώρα οι Γερμανοί. Διότι στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου κατέλυσαν στη γενέτειρα του ευρωπαϊκού πολιτισμού με τρόπο που ακόμα και σήμερα κοκκινίζει κανείς από ντροπή». Ως συντάκτης του πολιτιστικού τμήματος της «FΑΖ» ο Αντρέας Κιλμπ δείχνει ότι γνωρίζει καλά τον Φαλμεράιερ. Και η ντροπή για τα πεπραγμένα των παππούδων του δεν μπορεί να είναι άλλοθι για την αναπαραγωγή του."

Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, March 17, 2010

Espresso Freddo Jamaica Blue Mountain: «Το παλιό σχολείο» του Τ.Γουλφ

Όταν στο ποστ της 12ης.2.2010 συζητούσαμε το βιβλίο “Ο κλέφτης του στρατοπέδου”, οι θαμώνες του Βιβλιοκαφέ σύστησαν ως ανώτερο το «Το παλιό σχολείο». Έπρεπε λοιπόν να το διαβάσω!

Tobias Wolff
“The Old School”
2003
Τομπάιας Γουλφ
“Το παλιό σχολείο”
μετ. Π. Κοντογιάννης
εκδόσεις Πόλις
2008

       Ένα σχολείο στη δεκαετία του ’60 στην Αμερική. Ένας διαγωνισμός διηγήματος που θέλει τον νικητή να περνάει κάποιες ώρες μαζί με έναν διάσημο συγγραφέα, ο οποίος επισκέπτεται το σχολείο και κρίνει τον επιτυχόντα. Μια λογοκλοπή που αποκαλύπτεται, μια δήθεν σχέση του κοσμήτορα με τον Χέμινγουεϊ που δεν υπήρξε ποτέ… Ο Χέμινγουεϊ πεθαίνει, ο κοσμήτορας έχει ήδη παραιτηθεί και ο νεαρός λογοκλόπος εκδιώκεται από το σχολείο.
       “αυτό που παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο βιβλίο αυτό δεν είναι η- πάντα συναρπαστική- σχολική ζωή και οι σχέσεις της, ούτε οι διαπιστώσεις σχετικά με το λογοτεχνικό λόγο. Προχωρά σε περισσότερο βάθος και εστιάζει γύρω από το πολυσυζητημένο θέμα της σχέσης ζωής και έργου ενός συγγραφέα, αλλά αυτή τη φορά από μέσα. Δηλαδή, ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, χωρίς να το συνειδητοποιεί αρχικά τουλάχιστον, αντιστέκεται σθεναρά στο να αποκαλύψει τον εαυτό του στους άλλους αλλά και στα διηγήματα του.” (http://anagnosi.blogspot.com/2009/03/blog-post_31.html  )
     “Το τελικό συμπέρασμα, στο οποίο θέλει να μας οδηγήσει ο συγγραφέας, είναι τα αίτια, για τα οποία ο ανώνυμος ήρωας του βιβλίου έγινε τελικά συγγραφέας και εκλήθη πολλά χρόνια αργότερα να μιλήσει στο σχολείο αυτό, το οποίο, εκτός από τη μόρφωση και την αγάπη για τη λογοτεχνία, του διαμόρφωσε το χαρακτήρα μέσα από το σκληρό μάθημα, που πήρε, όταν αποβλήθηκε για λογοκλοπή από αυτό. Ήτοι, ότι μπορεί να κρύβεσαι απ’ όλους για όλη σου τη ζωή και κανείς να μην ξέρει ποιος πραγματικά είσαι, αν επιθυμείς, όμως, να γίνεις συγγραφέας, υποχρεωτικά θα ξεγυμνώσεις την ψυχή σου και θα αποκαλυφθείς. Προσωπικά, μου θυμίζει λίγο τη βιωματική γραφή του Γιώργου Ιωάννου, ο οποίος θεωρούσε ότι δεν μπορείς να γράψεις πραγματικά, αν λείπουν από τη ζωή σου τα ανάλογα βιώματα.” (http://periousios.blogspot.com/2008/05/blog-post_6255.html )
       “Από την κριτική έχει γραφτεί ότι "Το παλιό σχολείο" είναι μια διασταύρωση του "Κύκλου των χαμένων ποιητών" και του "Φύλακα στη σίκαλη". Χωρίς αμφιβολία είναι ένα σημαντικό έργο, το οποίο όμως δεν μπορεί κάποιος να απολαύσει πλήρως, αν δεν ξέρει τους συγγραφείς για τους οποίους γίνεται λόγος, καθώς και τα συγκεκριμένα έργα τους.” (http://anagnostria.blogspot.com/2008/05/blog-post.html )
         Στην ουσία δεν παρακολουθούμε ένα μυθιστόρημα εκπαιδευτικής πράξης και μαθητείας (Bildungsroman) αλλά μια εξήγηση της πορείας του αφηγητή (και του συγγραφέα;) προς την ουσιαστική ενασχόληση με τη συγγραφή: οι παιδικές αναμνήσεις και τραύματα, ο μαθητικός συναγωνισμός και η ανεπάρκεια, η κρυφή ζωή που ποτέ δεν μπόρεσε να την κάνει διήγημα, η ταύτιση με το κείμενο μιας μαθήτριας ενός άλλου σχολείου, αλλά και η παράλληλη αποκάλυψη ότι η αίγλη της γνωριμίας με ένα μεγάλο όνομα της λογοτεχνίας, όπως ο Χέμινγουεϊ, ήταν ψευδής. Θα μου άρεσε να δω μια ψυχαναλυτική ερμηνεία, αλλά δεν διάβασα πουθενά μια τέτοια.
         Πέρα απ’ αυτά χαιρόμαστε την ιστορία μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που θέλγεται από τη λογοτεχνία και βλέπει τους συγγραφείς ως πρότυπα.
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, March 12, 2010

Καφές φίλτρου με άρωμα βανίλιας: “Γραμματική” της Μ. Τσολακούδη

Ο Παπαδιαμάντης είχε κατηγορηθεί ότι γράφει ρηχά διηγήματα, από τα οποία μάλιστα, αν κανείς διαβάσει δυο-τρία, είναι σαν να τα έχει διαβάσει όλα.

Μαρία Τσολακούδη
“Γραμματική”
εκδόσεις Τόπος
2009

     Η πρωτοεμφανιζόμενη Μαρία Τσολακούδη συνθέτει μια σειρά διηγημάτων για την πατρίδα-της τη Λήμνο. Ο τίτλος κάθε διηγήματος είναι το όνομα ενός προσώπου, με του οποίου την οπτική γωνία παρακολουθούμε τα δρώμενα. Πρόκειται για μικρές ιστορίες, πολλές από τις οποίες δεν έχουν κορύφωση, αλλά όλες μαζί συστήνουν το σκηνικό της λημνιακής κοινωνίας. Την ατμόσφαιρα αυτή εντείνουν τα παρένθετα δημοσιεύματα από τον τοπικό τύπο των ετών 1924-1965, στα οποία αναδεικνύονται μικρά και μεγάλα συμβάντα που άφησαν το στίγμα-τους στη Λήμνο, κειμενάκια σε ανειμένη καθαρεύουσα που δείχνουν τι είναι αυτό που απασχολεί ένα απομονωμένο νησί όπως αυτό.
      Τα διηγήματα της Τσολακούδη είναι γραμμένο σε απλή γλώσσα, ενίοτε με ντόπια διαλεκτικά στοιχεία, και αποτυπώνουν την ιδιόλεκτο του ανθρώπου που μιλάει και τον τρόπο σκέψης-του. Η θεματική των μικρών αυτών ιστοριών σχετίζεται με στιγμιότυπα που εδράζονται στην παράδοση και στην κλειστή κοινωνία του μικρού αυτού τόπου: τάμα στον Άγιο, η αποδιοπομπαία πόρνη, εκδίκηση και φονικά, προσκύνημα, αρχαία νομίσματα, ζώα και επαγγέλματα κ.ο.κ.
       Θα έλεγα ότι βρήκα μικρό ενδιαφέρον όσον αφορά στην πλοκή και δεν μου έκανε καρδιά να συνεχίσω μετά το τρίτο τέταρτο. Ώσπου… έκανα τη σύνδεση με τον Παπαδιαμάντη. Ιστορίες από ένα νησί με το χρώμα και την αύρα των κατοίκων-του, ένα είδος νεοηθογραφίας δηλαδή, όπου δεν μετράει τόσο η πλοκή όσο η ατμόσφαιρα και η περιγραφή ενός κλίματος. Έτσι, συνέχισα το διάβασμα για να μπω στο κλίμα. Πινελιές μιας κοινωνίας και βιωματικά στοιχεία που συνθέτουν το ψηφιδωτό μιας άλλης ζωής, άχρονο πλαίσιο που συναρμόζονται παρόν και παρελθόν, ενίοτε συναντάμε και τραγικές στιγμές (λ.χ. στο καλύτερο διήγημα «Στέλιος», όπου έγινε παλιά ένα φονικό κι ο φονιάς επανέρχεται στο χωριό)…
       Εν τέλει τα διάβασα όλα αναζητώντας παπαδιαμαντικά σουσούμια και ηθογραφικές ψηφίδες. Άλλοτε τα έβλεπα ενδιαφέρον κι άλλοτε περίμενα πώς και πώς θα τελειώσουν.
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, March 10, 2010

Choco Cappuccino: “Πινακοθήκη τεράτων” του Μ. Μιχαηλίδη

Το παρασκήνιο της λογοτεχνίας στην Ελλάδα, όπως και παντού, σίγουρα δεν είναι μοναστήρι. Κι αν ο Martin Walser μίλησε για τον γερμανόφωνο χώρο στο βιβλίο-του «Ο θάνατος ενός κριτικού», μια ανάλογη δουλειά αναλαμβάνει αυτοβιογραφούμενος ο 41χρονος συγγραφέας.

Μιχάλης Μιχαηλίδης
“Πινακοθήκη τεράτων”
εκδόσεις Πατάκη
2009

         Ο αδελφός του συγγραφέα Πέτρου Πετρίδη αφηγείται τη ζωή του αδελφού του σε είκοσι κεφάλαια, ενώ ανάμεσα διασπείρονται σημειώσεις, αναφορές, μέιλ, διηγήματα κ.ο.κ. Από το πρώτο βιβλίο ώς το τρίτο που βραβεύτηκε κι ώς τον θάνατό-του ο Πετρίδης πέρασε μια πολυκύμαντη ζωή, βουτηγμένος στα σκατά της εκδοτικής διαπλοκής.

Ανάγνωση 1η (κουτσομπολίστικη):
        Ο αναγνώστης ψάχνει με περιέργεια να ανακαλύψει ποιο ψευδώνυμο μέσα στο μυθιστόρημα αντιστοιχεί σε ποιο πραγματικό πρόσωπο. Κι ο Μιχάλης Μιχαηλίδης έκανε τον εαυτό-του Πέτρο Πετρίδη, ενώ στους υπόλοιπους χαρακτήρες άφηνε το ίδιο αρχικό γράμμα και την ίδια κατάληξη, αλλάζοντας όλα τα άλλα. Αλλού βέβαια έκανε άλλους είδους μεταλλάξεις. Η Χαρτουλάρη (Τα Νέα, 19.12.2009) (http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4551907&enthDate=19122009) εξηγεί μερικά από αυτά: η Λεπρέντη είναι η Λεμπέση του Κέδρου, ο Καρύδης είναι ο Καστανιώτης και η Πλατάνη είναι η Πατάκη, η Ξινοτρούλια είναι η κριτικός Δημητρούλια, ο Κοπετό είναι ο Αύγουστος Κορτώ, ενώ ο Κούρτοβικ (6.2.2010) (http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4559285) αναγνωρίζει το μυθιστορηματικό-του alter ego στον «υπερφίαλο και φωνακλά Μάντζαρεκ». Το αν αυτά που λέει ο συγγραφέας για όλους αυτούς και για άλλους που δεν αναγνωρίζονται παρά μόνο από το σινάφι-τους είναι μάλλον μια αποστολή που μόνο τα μεσημεριανάδικα θα μπορούσαν να φέρουν εις πέρας.

Ανάγνωση 2η (αυτοβιογραφική):
        Ο Πέτρος Πετρίδης είναι ο ίδιος ο Μιχαηλίδης και καμία αμφιβολία δεν χωρά περί αυτού. Επομένως, το μυθιστόρημα διαβάζεται κάλλιστα σαν μια τεθλασμένη αυτοβιογραφία, όπου ο δημιουργός της απέδωσε την αφασία-του μέσα σ’ έναν χώρο παράξενο, ιδιοτελή, διαπλεκόμενο, διεφθαρμένο… Τοποθετεί τον εαυτό-του ως συγγραφέα σε ένα περιβάλλον που τον μάχεται κι αυτός προσπαθεί να ελιχθεί και να εκμεταλλευτεί (συχνά ωμά και υστερόβουλα) τους άλλους για να αναρριχηθεί στην πυραμίδα. Παρακολουθούμε όχι απόλυτα χρονικά την πορεία-του από το πρώτο του βιβλίο “Ο μηχανισμός της σύγχυσης” (1997) (όπου παρεμπιπτόντως πάλι αυτοβιογραφούνταν στην προηγούμενη δουλειά-του ως διαφημιστής), έπειτα “Η πισίνα των αναμνήσεων” (1999), μετά “Η σκύλα και το κουτάβι” (2002)(που του απέφερε και το πολυαμφισβητημένο για τη χρονιά εκείνη βραβείο «διαβάζω») και τέλος η “Νυχτερινή διαδρομή” (2006).
         Το προφίλ που χτίζεται είναι περίπου το εξής: συγγραφέας ανερχόμενος με μικρή ή μεγάλη αναγνωρισιμότητα, εργάζεται ως αναγνώστης διαβάζοντας πολλή αγγλόφωνη λογοτεχνία. Ο Κούρτοβικ πιστεύει ότι παρουσιάζεται αθώος και ανυπεράσπιστος, ενώ η δική-μου εντύπωση είναι πως πρόκειται για έναν κυνικό άνθρωπο, ο οποίος ίσως να μην εκδηλώνει αμέσως τις αντιδράσεις-του, αλλά όλες-του οι σκέψεις είναι επιθετικές και συχνά μετατρέπονται σε πράξεις στεγνής ιδιοτέλειας και ανδροπρεπούς μαγκιάς. Οι γυναίκες που παρελαύνουν από το κρεβάτι-του είναι συνήθως σεξουαλικά όντα, που τον ποθούν για τον brutal χαρακτήρα-του, και άνθρωποι του χώρου, η σχέση με τους οποίους δημιουργεί καλύτερες συνθήκες άμεσης ή έμμεσης προώθησης του έργου-του.

Ανάγνωση 3η (καταγγελτική):
       Το ζήτημα όντως δεν είναι αν είναι έτσι όσα λέει για τον εαυτό-του ή τους άλλους ο Μιχαηλίδης. Το ζήτημα είναι διπλό: αφενός αν η λογοτεχνική κοινότητα είναι τόσο σάπια, όπως τη δείχνει, και αφετέρου αν το ίδιο το μυθιστόρημα είναι μια αισθητική ενότητα. Ας ξεκινήσουμε από το πρώτο:
      Η Χαρτουλάρη πιστεύει ότι «Αυτό το καινούργιο, πέμπτο και αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του είναι η πιο γενναία ανατομία του μηχανισμού παραγωγής ελληνικής λογοτεχνίας που έχουμε διαβάσει έως τώρα- μια ολική αποδόμηση• είναι, παράλληλα, ένα μελαγχολικό σχόλιο για το σινάφι των προβεβλημένων Ελλήνων πεζογράφων• και, πάνω απ΄ όλα, είναι μια ρεαλιστική όσο και απελπισμένη ματιά στα αναπόδραστα όρια μιας μικρής χώρας». Ο Κούρτοβικ στον ίδιο τόνο βλέπει τον ήρωα να «Πηγαινοέρχεται αδιάκοπα σ΄ έναν κόσμο όπου ο αμοραλισμός είναι trendy, η επαρχιώτικη μικρόνοια και ασχετοσύνη πηγές αυτοπεποίθησης και ασφάλειας, η μετριότητα είναι το πλαφόν των απαιτήσεων που έχει κανείς από τον εαυτό του και τους άλλους, το lifestyle θεωρείται ψαγμένη στάση ζωής, η φιλοδοξία είναι συνώνυμο του καριερισμού και το πάθος συνώνυμο του kinky σεξ.».
        Η δική-μου αίσθηση είναι ότι ο Μιχαηλίδης καταγγέλλει πιο πολύ όσα δεν κόλλησαν με τους σκοπούς-του, όσα ενόχλησαν το φιλόδοξο εγώ-του, όσα σαθρά ναι, αλλά κομμάτι και της δικής-του ιδιοσυγκρασίας χρησιμοποιούν μέτριοι συγγραφείς, αρριβίστες δημοσιογράφοι, ημιμαθείς εκδότες κ.ο.κ. για να αναδειχθούν. Όταν λ.χ. τον ενοχλούν απίστευτα οι διορθωτές των εκδοτικών οίκων που θέλουν να το παίξουν φιλολογικοί επιμελητές, είτε τον πειράζει πράγματι η αμάθεια και ο παρεμβατισμός ανίδεων ή ο ίδιος κλείνεται στο εγωιστικό ταμπούρι του συγγραφέα και αρνείται στους άλλους να αγγίξουν το ιερό και όσιο κείμενο που βγήκε «τέλειο» από τον υπολογιστή-του…

Ανάγνωση 4η (κριτική):
        Το τελευταίο ζήτημα που θα έπρεπε ίσως να είναι και το μόνο (μαζί με την 3η ανάγνωση) είναι αν το μυθιστόρημα αυτό μπορεί να έχει αξιώσεις. Αφηγηματικά έχει πολύ ενδιαφέρον, αφού με τις εναλλαγές κειμένων, με τις εναλλαγές προσώπων και οπτικών γωνιών φωτίζεται πλήρως το λογοτεχνικό σύμπαν της Ελλαδίτσας. Το τέχνασμα με τον αδελφό που βρήκε το αρχείο του Πετρίδη μετά τον θάνατό-του, παρότι παλιό, βοηθάει στην εξωτερική απεικόνιση. Φυσικά η υιοθέτηση της οπτικής γωνίας του τεθνεώτα είναι αυτή που τελικά αποδίδει και το στίγμα στο όλο έργο.
       Από την άλλη, αμφιβάλλει κανείς αν η επέμβαση του Μιχαηλίδη στο υλικό-του δείχνει χέρι συγγραφέα ή συμπιλητή. Και δεν αναφέρομαι στο πόσο εύστοχα παράλλαξε τα πραγματικά γεγονότα ή πρόσωπα, αλλά στο πόσο όλα όσα συμπεριέλαβε στο έργο-του συνθέτουν μια αλληλοδιάδοχη κατάσταση που να λειτουργεί ως πλοκή. Η βασική-μου δηλαδή ένσταση είναι ότι ο μέσος αναγνώστης (και όχι ο ψαγμένος άνθρωπος του χώρου) βλέπει να παρελαύνουν πρόσωπα που δεν σχετίζονται μεταξύ-τους ΜΕΣΑ στο έργο, υπαινιγμοί και νύξεις που δεν δηλώνουν τίποτα αυτά καθεαυτά, συναντήσεις και στιγμιότυπα που, αποκομμένα από το πραγματικό-τους εξωμυθιστορηματικό-τους περιβάλλον, δεν συμ-πλέκονται για να δώσουν αυτοτέλεια και αυτονομία στο μυθιστόρημα. Η Κοτζιά στο φύλλο της Καθημερινής (7.2.2010) έχει ανάλογες επιφυλάξεις.
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, March 07, 2010

Τσιμπολογώντας: τυρομπουκιές από το τριήμερο

Πλούσιο το τριήμερο σε θέσεις, ειδήσεις, αναγνώσεις, κριτικές, συνεντεύξεις, προαναγγελίες… Ό,τι μπορεί να τροφοδοτεί το μυαλό είναι ευπρόσδεκτο, ό,τι φανερώνει αυτισμό και αναγωγή του "εγώ" σε αυταξία με απωθεί…

1. ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΤΗ ΔΗΜΟΥΛΑ: H Κική Δημουλά, ο Γάλλος Pierre Dhainaut και ο Αλσατός Rene Schickele είναι τα τιμώμενα πρόσωπα για το 2010 της Association capitale europeenne des litteratures (ACEL). Σειρά εκδηλώσεων έχουν προγραμματιστεί για τις 12 και 13 Μαρτίου του 2010 στο Στρασβούργο για τους βραβευθέντες του 2010, μια πρωτοβουλία του ACEL με την υποστήριξη, μεταξύ άλλων, του Συμβουλίου της Ευρώπης και του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου.
2. ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ σε ΑΝΑΝΕΩΣΗ: Το Βιβλιοδρόμιο των Νέων (6.3.2010) άλλαξε όψη, σαν να έγινε πιο ένθετο, πιο εύκολα αποσπώμενο από το σώμα της εφημερίδας, σαν να άλλαξε και lay out, αφού ελάφρυνε τυπογραφικά… Αν συνεχίσουν μάλιστα το παρένθετο αφιέρωμα (αυτό το Σάββατο αναφερόταν στα βιβλία μαγειρικής), τότε ακόμη περισσότερο ενισχύουν το βιβλιοφιλικό προφίλ-τους.
3. ΠΕΝΗΝΤΑ ΤΕΥΧΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ: Λέει χαρακτηριστικά το editorial με αφορμή τα 50 τεύχη της νέας Βιβλιοθήκης: «Οι καλομαθημένοι, τόσα χρόνια, αντέδρασαν. Διέδιδαν ανοησίες για να αποδείξουν τα αυτονόητα. Αρχισαν να οργανώνονται σε αγγλικά τοπωνύμια με πρόβλημα τον Μιλόσεβιτς ή τον Κάρατζιτς! Κι έπειτα ένας άλλος φόβος υπήρχε στην αγορά, πως δράκος εμποδίζει το νερό να φτάνει στα σπίτια. Κουνήματα, κακοήθειες, κλίκες κατέρρευσαν όταν εμφανίστηκε εκείνος με δεκάδες φίλους μαζί του -ήτανε οι μαθητές του Πυθαγόρα, του Χριστού, του Βούδα; Το νερό τρέχει πλέον. Φτάνει στα σπίτια που 'ναι χτισμένα στον λόφο. Οι αρκούδες, οι ασβοί, οι πέρδικες, τα χελιδόνια, οι λύκοι ...κυκλοφορούν στο καταφύγιο χωρίς περιορισμούς. Το καταφύγιο δεν είναι φυλακή. Είναι τόπος ειρήνης. Και λογικής. Γνώσης». (5.3.2010).
4. ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΣΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ: Σ’ αυτό ωστόσο το φύλλο οφείλω να αναγνωρίσω ότι είχαν ενδιαφέροντα θέματα: το κριτικό έργο του Περικλή Σφυρίδη, δισέλιδο άρθρο για τη Ζυράννα Ζατέλη, δισέλιδη επίσης ανάλυση για τον Μίλαν Κούντερα, επικήδειο στον Τζερόμ Σάλιντζερ, παρουσίαση του ποιητή Ορέστη Αλεξάκη… Αυτό που επιτέλους συνέβη είναι η επικαιροποίηση της ύλης, αφού τόσο καιρό λειτουργούν με τη λογική περιοδικού που μένει αποστασιοποιημένο από τις τρέχουσες εξελίξεις.
5. ΕΘΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ; Επιστροφή στα Νέα και στο άρθρο του Μιχάλη Μήτσου (παρατίθενται τα βασικά-του σημεία):
«Είναι το βιβλίο ένα είδος ναρκωτικού; Οι επιστήμονες δεν μπορούν να απαντήσουν. «Η ανάγνωση είναι κάτι το μυστηριώδες, και δεν κατανοούμε πραγματικά πώς απορροφάμε τα γράμματα που βρίσκονται στο χαρτί ή στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή», λέει ο Ρόμπερτ Ντάρντον, διευθυντής της Βιβλιοθήκης του Χάρβαρντ και ειδικός στην ιστορία του βιβλίου.
Η Μπίμπι βαν ντερ Ζέε, Βρετανή δημοσιογράφος και συγγραφέας είναι μια φανατική αναγνώστρια βιβλίων. Όπως έγραψε αυτήν την εβδομάδα στην Γκάρντιαν, διαβάζει τρία με τέσσερα βιβλία μαζί. Διαβάζει ενώ περπατάει, ενώ ετοιμάζει το φαγητό των παιδιών, στο μετρό, στο κρεβάτι, στο μπάνιο, κάθε δυνατό δευτερόλεπτο της ημέρας. Δεν βγαίνει ποτέ από το σπίτι χωρίς βιβλίο, κι όταν είναι να πάρει το τρένο παίρνει πάντα και δεύτερο βιβλίο μαζί της για την περίπτωση που τελειώσει το πρώτο. Προτιμά πάντα να διαβάζει από το να βάζει πλυντήριο ή να ασχολείται με τα οικιακά, και πολύ συχνά προτιμά να διαβάζει από το να μιλά στην οικογένειά της ή στους φίλους της.
Τι συνέβη λοιπόν όταν αποφάσισε να κάνει αποχή από τα βιβλία για μια εβδομάδα; «Είδες; Μια ιδέα είναι όλα», της είπε το κομμάτι του εαυτού της που θεωρούσε πάντα ότι η ζωή είναι απλούστερη χωρίς αυτές τις εκδρομές στον μυθιστορηματικό κόσμο. Αλλά εκείνη ήξερε ότι δεν είναι έτσι. Η Μπίμπι βαν ντερ Ζέε ήξερε γιατί ήταν τόσο εκνευρισμένη ήδη από την τρίτη ημέρα της αποχής. Ηξερε γιατί κανείς δεν τολμούσε να της απευθύνει τον λόγο. Το πείραμα πέτυχε. Το βιβλίο προκαλεί εθισμό. Κι ο εθισμός δεν είναι πάντα κάτι κακό
6. ΟΡΧΑΝ ΠΑΜΟΥΚ: Ο Παμπούκ δεν είναι μόνο ένας πολύ καλός συγγραφέας, δεν είναι μόνο μια αναγνωρισμένη γραφίδα με βραβείο Νόμπελ στις αποσκευές-της, είναι και μια σκεπτόμενη μορφή, όχι μόνο για την Τουρκία και την κοινωνική-της δυσκοιλιότητα αλλά και για την ίδια την έννοια της γραφής. Την Τετάρτη, λοιπόν, 10 Μαρτίου στις 19.00 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών θα μιλήσει με θέμα «Τι γίνεται στο μυαλό μας όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα;». Τη διάλεξη θα προλογίσει ο συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος.
7. Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ: Δεν αμφιβάλλει κανείς ότι η Καθημερινή της Κυριακής, αν και δεν έχει ξεχωριστό ένθετο (πράγμα επιθυμητό) για το βιβλίο, καλύπτει με επιτυχία τα θέματα της επικαιρότητας όχι μόνο με ρεπορτάζ αλλά και με αναλύσεις. Δες αυτήν την Κυριακή (7.3.2010) το μείζον θέμα για το τέλος των Νεοελληνικών σπουδών στο King’s College του Λονδίνου, τη συνέντευξη του Τεύκρου Μιχαηλίδη στη Σελλά για το νέο-του βιβλίο «Αχμές ο γιος του φεγγαριού» και την αρνητική κριτική της Κοτζιά για τον Μιχάλη Μιχαηλίδη και την «Πινακοθήκη τεράτων». Θα είναι το επόμενο ποστ-μας…
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, March 04, 2010

Καπουτσίνο σκέτος: “Τα τέσσερα μπαστούνια” της Τιτίνας Δανέλλη

Τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008 είναι μια καλή σπίθα να γραφεί ένα βαθύ κοινωνικό μυθιστόρημα. Κάποιος άλλος θα έγραφε ένα μυθιστόρημα μαθητείας ή μια συλλογή διηγημάτων με ήρωες νέους διαφόρων τάσεων.

“Τα τέσσερα μπαστούνια”
εκδόσεις Καστανιώτη
2009

       Η Τιτίνα Δανέλλη προτίμησε να γράψει αστυνομικό μυθιστόρημα, όπως το υποτιτλίζει στο εξώφυλλο. Απ’ όσο είδα στο φτερό του βιβλίου η συγγραφέας έχει γράψει ένα-δυο κατασκοπικά μυθιστορήματα και έτσι εξηγείται ο συνδυασμός στο ανά χείρας έργο αστυνομικού μυστηρίου και δράσης μεταξύ μυστικών υπηρεσιών. Η ώσμωση μοιάζει δελεαστική κι εγώ σαν μύγα έπεσα στον ιστό της αράχνης.
        Τι αποτελέσματα εντέλει έχουμε; Από τη μια, η πεζογράφος, επειδή χρησιμοποιεί τα ίδια κεντρικά πρόσωπα (αν κατάλαβα καλά) και σε άλλα-της έργα, θεωρεί αυτονόητη την προσωπικότητά-τους και έτσι αποφεύγει να τα σκιαγραφήσει. Έτσι, «Τα τέσσερα μπαστούνια» χάνουν σε αυτοτέλεια, ενώ οι χαρακτήρες-τους φαίνονται ρηχοί, ασαφώς προσδιορισμένοι, αποσπασματικοί…
        Από την άλλη, οι δύο ιστορίες δεν δένουν επιτυχώς: η εξαφάνιση μιας Αγγλίδας κατασκόπου κινητοποιεί τον ανιψιό-της να την ψάξει σε Αφρική και Ελλάδα διασταυρώνεται αλλά δεν εφάπτεται με τις ενδοαστυνομικές κόντρες για την άσκηση εξουσίας και τις αρριβιστικές τάσεις. Η πρώτη ιστορία φτάνει σε ένα άνευρο τέλος, το οποίο δεν είχε προετοιμαστεί καθόλου, ο ένοχος αποκαλύπτεται μεταξύ συζήτησης και εξομολόγησης, χωρίς (επαναλαμβάνω) να έχουν ξεδιπλωθεί οι ενδείξεις και οι πλάνες γύρω από την εξαφάνισή-της. Στη δεύτερη ιστορία ο ένοχος, ένας αστυνομικός που ιδιοτελώς σπέρνει ψευδείς πληροφορίες, είναι εξ αρχής γνωστός, αλλά η δράση-του δεν διακρίνεται για την ένταση ή το σασπένς, ώστε ο αναγνώστης να τον παρακολουθεί με αυξανόμενο ενδιαφέρον.
        Σε άλλη περίπτωση, ίσως να σταματούσα την ανάγνωση στα μισά του βιβλίου. Μα και για χάρη του Βιβλιοκαφέ, επιμένω στα βιβλία στα οποία επένδυσα χρήμα και διάθεση, απωθώ τις πρώτες αναγνωστικές-μου εντυπώσεις και συνεχίζω, μέχρι να σχηματίσω την τελική εικόνα, εξηγμένη από όλο το έργο.
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, March 01, 2010

Κρέπα γλυκιά με φράουλες: Θοδωρής ΚΑΛΛΙΦΑΤΙΔΗΣ

Η φιλοσοφία της αγάπης

Ξεχωρίζει ένας συγγραφέας, ακόμα κι αν δεν επιχειρεί αφηγηματικά τεχνάσματα για να προσελκύσει τον αναγνώστη. Αντίθετα, το καταφέρνει με την απλότητα της γραφής και τη φιλοσοφικότητα των σελίδων-του.

       Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης γεννήθηκε στους Μολάους Λακωνίας το 1938. Γιος δασκάλου από τον Πόντο, ήρθε στην Αθήνα το 1946, όπου σπούδασε στη σχολή του Καρόλου Κουν και μετά τη στρατιωτική-του θητεία εγκαταστάθηκε στη Σουηδία στη δεκαετία του '60. Σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, όπου αργότερα  δίδαξε. Επί τέσσερα χρόνια ήταν διευθυντής στο λογοτεχνικό περιοδικό "Μπόνιερς Λιττερέρα Μαγκαζίν". Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές, ταξιδιωτικά δοκίμια, θεατρικά έργα. Έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο και έχει σκηνοθετήσει μια ταινία.

Εργογραφία (αντλημένη από τη www.biblionet.gr)
- “Φίλοι και εραστές” - 1η έκδ. - Αθήνα : Γαβριηλίδης, 2009.
- “Μητέρες και γιοί” - 1η έκδ. - Αθήνα : Γαβριηλίδης, 2007.
- “Στο βλέμμα της” - 1η έκδ. - Αθήνα : Γαβριηλίδης, 2006.
- “Η Όλγα της αγάπης” - Αθήνα : Γαβριηλίδης, 2004
- “Αγάπη” • μετάφραση Αντρέας Γεωργίου. - 2η έκδ. - Αθήνα : Γαβριηλίδης, 2004.
- “Ο έκτος επιβάτης” - Αθήνα : Γαβριηλίδης, 2003.
- “Ένα απλό έγκλημα” - Αθήνα : Γαβριηλίδης, 2003.


- “Μια νέα πατρίδα έξω απ' το παράθυρό μου” - Αθήνα : Γαβριηλίδης, 2002
- “Στο φως του Βορρά” - Αθήνα : Γαβριηλίδης, 2000.
- “Οι εφτά ώρες στον παράδεισο” - Αθήνα : Γαβριηλίδης, 1998
- “Ποια είναι η Γαβριέλα Όρλοβα;” - Αθήνα : Γαβριηλίδης, 1997.
- “Το τελευταίο τριαντάφυλλο” • επιμέλεια Βάσω Κυριαζάκου. - Αθήνα : Γαβριηλίδης, 1996.
- “Μια μέρα στην Αθήνα” : Μυθιστόρημα - Αθήνα : Κάκτος, 1995
- “Τιμάνδρα” - Αθήνα : Γαβριηλίδης, 1994


         Μερικά χαρακτηριστικά που μπορεί κανείς να ξεχωρίσει στα έργα-του και δείχνουν ποιότητα γραφής αλλά και σκέψης είναι:
α) Απλότητα γραφής. Οι φράσεις-του είναι απλές, λιτές, φιλοσοφικά καθαρμένες και διατυπωμένες καίρια σαν αποστάγματα σκέψης, που έχουν δουλευτεί με πολλή προσπάθεια. Το αποτέλεσμα όμως που φτάνει στον αναγνώστη είναι τόσο καθαρό όσο και απλό στην αυτονόητη διατύπωσή-του.
β) Στρωτή διήγηση. Χρησιμοποιεί κατά βάση ρεαλιστική αφήγηση, η οποία δεν ξεπέφτει ποτέ σε μια αργοκίνητη ράθυμη ιστορία. Η πορεία στήνεται πάνω στον άξονα αρχή-μέση-τέλος, αλλά απλώνεται με μικρές διασταυρούμενες ιστορίες έξω από αυτόν τον αφηγηματικό άξονα, χωρίς να μπλέκει ή να συγχέει τη δράση. Ειδικά στα αστυνομικά-του («Ένα απλό έγκλημα» και «Ο έκτος επιβάτης») η καθαρότητα αυτή κάνει την υπόθεση αφενός κομμάτι της ζωής-μας κι αφετέρου δείχνει ότι η εξιχνίαση ενός εγκλήματος είναι «απλή υπόθεση» ορθώς συνδυαζόμενων συλλογισμών.
γ) Κοινωνική ανάλυση της πολυπολιτισμικής Σουηδίας. Η ματιά του έλληνα ομογενή είναι πρώτιστα κοινωνική. Γράφει για μια Σουηδία όπου ζουν πολλοί ξένοι, συχνότερα ενσωματωμένοι στην τοπική κοινωνία, που βιώνουν ωστόσο την παγίδευση της διπλής πατρίδας, όπως η Φάμπια που αναπολεί τη Ρουμανία στο “Φίλοι και εραστές”. Από την άλλη, η μετασοσιαλιστική κοινωνία ανέδειξε πάμπολλα προβλήματα, όπως την ανεργία, τη μοναξιά και τον αλκοολισμό, τα προσωπικά δράματα που το κράτος πρόνοιας δεν μπορεί να λύσει κ.ο.κ.
δ) Φιλοσοφική ανάλυση. Ο Καλλιφατίδης είναι καθηγητής φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία όμως των έργων-του δεν έρχεται με τον βαρύ εξοπλισμό-της να ισοπεδώσει τον αναγνώστη. Αντίθετα χωνεύεται από την υπόθεση, εντάσσεται ομαλά στην αφήγηση και απορρέει τις περισσότερες φορές στη συνείδηση του αφηγητή ή των χαρακτήρων. Η διακειμενική αναγωγή σε αρχαίους έλληνες φιλοσόφους ή σε ευρωπαίους στοχαστές και λογοτέχνες διανθίζει ευχάριστα το κείμενο χωρίς να το φορτώνει και δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να σκεφτεί για τις καθημερινές αξίες της ζωής.

Δυο λόγια για το τελευταίο-του έργο «Φίλοι και εραστές»:
     Είναι η ιστορία του μεσήλικα Γκέοργκ Αντρέασον ο οποίος θρηνεί τον θάνατο της συζύγου-του, αλλά ταυτόχρονα ανακαλύπτει κιόλας ότι όσο αυτή ζούσε είχε εραστή. Αφού ξεπερνάει το πρώτο σοκ και ειδικά με τη συνάντηση μαζί-του, γνωρίζει τη νεότερή-του Φάμπια και την ερωτεύεται σε μια νέα ζωή.
    Ο συγγραφέας στήνει δύο υποθέσεις σχεδόν ασύμβατες μεταξύ-τους χωρίς να ωθεί την ανάγνωση προς ένα προκαθορισμένο τέλος. Πιο πολύ η υπόθεση είναι η αφορμή να ξαναπεί πόσο μεγάλη αξία έχουν οι καθημερινές έννοιες όπως η αγάπη, η ευτυχία, η σχέση, η τιμιότητα, η ειλικρίνεια κ.ο.κ., να ξαναδείξει την τραγικότητα που ξεπηδά από το μικρό και μπορεί να βουλιάξει (ή όχι) τα συναισθήματα των ανθρώπων, να ξαναστοχαστεί πάνω στην ανθρώπινη μοίρα και τη θυμική-της ισορροπία. Η ανάγνωση κυλάει σαν σε χαλί χωρίς να σκοντάφτει, οι διάλογοι και οι τετ-α-τετ συναντήσεις των προσώπων αποπνέουν ήθος, φωτίζουν τις εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις, χωρίς να τις προσδίδουν μελοδραματισμό, ενώ η ατμόσφαιρα αναδίδει φιλοσοφικότητα που κρατά ζωντανή τη σκέψη.
Καλό μήνα
Πατριάρχης Φώτιος