Thursday, November 16, 2017

Θεόδωρος Γρηγοριάδης, “Καινούργια πόλη”

Η Αθήνα που ξανανιώνει. Με εύκολο χρήμα, κοινωνική καταξίωση και lifting. Η ζωή που καλπάζει αλλά μάλλον δεν ικανοποιεί. Η άνοδος που ξέρουμε ότι δεν είναι σίγουρα και πρόοδος.


Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Καινούργια πόλη

εκδόσεις Πατάκης -2017


Παρακολουθούμε τον Γρηγοριάδη. Περιμένοντας να ξαναγράψει την “Το μυστικό της Έλλης”. Περιμένοντας το σήμερα του συγγραφέα να συναντήσει το σήμερα των αναγνωστών του.


Ο Μανόλης γυρίζει από τη Σουηδία. Η μάνα του Μαργαρίτα αναγκάζεται να φύγει από το χωριό. Έτσι κι οι δυο μετακομίζουν μαζί στην Αθήνα, στο σπίτι της θείας Πηνελόπης. Ο Μανόλης είναι γενικά μονόχνοτος αλλά ψάχνει να βρει τα νέα του πατήματα. Ενώ έχει σπουδάσει φιλολογία με μεταπτυχιακές σπουδές στη φιλοσοφία του Πλάτωνα, βρίσκει δουλειά με καλά λεφτά σε μια διαφημιστική εταιρεία. Εκεί προβάλλει την Ελλάδα και τα προϊόντα της μέσω της αρχαιότητας και της μυθολογίας. Η προσαρμογή φαίνεται τόσο στο περιβάλλον της πόλης όσο και στην οικονομική αναρρίχηση.

Η δεκαετία του ’90 είναι στο επίκεντρο. Μετά από άλλες δεκαετίες που απασχόλησαν τη λογοτεχνία, τώρα και αυτή μπαίνει στο κάδρο. Η πασοκική και μεταπασοκική Ελλάδα. Ο γρήγορος πλουτισμός και το χρηματιστήριο. Η κοινωνική άνοδος και η μετακίνηση στην πολλά υποσχόμενη πρωτεύουσα. Η τηλεόραση και η δημοσιότητα. Η δυνατότητα μια χλιδάτης ζωής και η βιτρίνα των σήριαλ.

Ο Γρηγοριάδης στην ουσία διερευνά την Ελλάδα πριν απ’ την κρίση. Κι είναι η δεκαετία του ’90 που προετοίμασε μια φούσκα η οποία έσκασε δέκα χρόνια μετά. Ο ήρωας Μανόλης Κυρτσής ζει αυτήν την άνοδο, αλλά λόγω ιδιοσυγκρασίας δεν παρασύρεται από το ρεύμα και μένει προσγειωμένος. Ίσως αυτό είναι και ένα σχόλιο για την αυτοσυγκράτηση που έπρεπε να επιδείξει ο Νεοέλληνας, αλλά δεν το έκανε. Η glamorous άνοδος, με τα μάτια του τώρα, δεν οδηγεί στην ευτυχία. Ο Έλληνας που καλπάζει γρήγορα θα βρεθεί γονατιστός. Ο Έλληνας που δεν βλέπει την ευκολία γρήγορα θα γλιστρήσει από χαλαρότητα.

Ωστόσο, το κείμενο δεν μπαίνει στον ψυχισμό του χαρακτήρα και μένει στη στάση του απέναντι στον εξωτερικό κόσμο. Δηλαδή, θάθελα να δω πιο βαθιά τα ψυχικά διλήμματα και τις συγκρούσεις. Να βρεθώ στην εσωτερική φόδρα του χαρακτήρα και να συμπάσχω μαζί του.

            Το έργο διαβάζεται με την ίδια αίσθηση που άφησε η “Ζωή μεθόρια”, όπως είχαμε γράψει παλιότερα. Τοιχογραφία και χαρακτηριστικά σημεία της σύγχρονης ελλαδικής πραγματικότητας. Προσπάθεια να βρει μέσα σ’ αυτήν το στίγμα του Νεοέλληνα. Εικόνες απ’ την τηλεόραση με αίσθηση της ρηχότητας. Αλλά κι εικόνες από την επικαιρότητα ως δυναμικό decor της ζωής μας. 


> Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης γεννήθηκε στο Παλαιοχώρι Παγγαίου του νομού Καβάλας το 1956. Σπούδασε αγγλική γλώσσα και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εμφανίστηκε στον χώρο της ελληνικής πεζογραφίας το 1990 με το μυθιστόρημα "Κρυμμένοι άνθρωποι". Ακολούθησαν η συλλογή διηγημάτων "Ο αρχαίος φαλλός" και τα μυθιστορήματα "Ο ναύτης", "Ο χορευτής στον ελαιώνα", "Τα νερά της Χερσονήσου", "Το Παρτάλι", "Έξω απ' το σώμα". Την τριετία 1999-2003 διοργάνωσε σειρά λογοτεχνικών σεμιναρίων στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών. "Το Παρτάλι" εκδόθηκε στη Γαλλία, την άνοιξη του 2003, από τις εκδόσεις "AlterEdit" και παρουσιάστηκε ως θεατρικός μονόλογος στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2011. Η "Δεύτερη γέννα", ανέβηκε ως θεατρικός μονόλογος στο Φεστιβάλ Αθηνών και Καβάλας το 2009. Η συλλογή διηγημάτων "Χάρτες" ήταν υποψήφια για το Βραβείο Διαβάζω 2007 και ο "Παλαιστής και ο δερβίσης" για το Athens Prize for Literature του περιοδικού "(δέ)κατα", για το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2011 και το Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ. Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και στα ολλανδικά. Το μυθιστόρημα "Αλούζα, χίλιοι και ένας εραστές" θα κυκλοφορήσει στα αραβικά το 2013. Ζει στη Νέα Σμύρνη και διδάσκει αγγλικά στη μέση εκπαίδευση. Σελίδες για τον συγγραφέα φιλοξενούνται στο διαδίκτυο, στο www.serrelib.gr (Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών).

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, November 12, 2017

François Roux, “Η ακαθάριστη εθνική ευτυχία”

Η Γαλλία του Mitterrand κι η Γαλλία του Holland, η ανθρωπότητα στα είκοσι χρόνια της και η ανθρωπότητα στα σαράντα έξι, ο ιδεαλισμός και το πάθος σε σύγκριση με τον ρεαλισμό και τον συμβιβασμό.


François Roux
“Le Bonheur national brut”
Paris -2014

“Η ακαθάριστη εθνική ευτυχία”
μετ. Μ. Πιμπλής
εκδόσεις Πόλις -2017


Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Η δεκαετία του ’80 αρχίζει ν' αποκτά ιστορική διάσταση. Απ’ την άνοδο των σοσιαλιστών στην Ευρώπη και στην Ελλάδα μέχρι την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Κι εγώ γεννημένη μέσα της, αναζητώ την πορεία της ανθρωπότητας. Στα τριάντα-τριάντα έξι χρόνια που μεσολάβησαν…

Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Τέσσερις Γάλλοι δεκαοκτάρηδες αποφοιτούν, Αύγουστο του ’81, απ' το λύκειο κι ενηλικιώνονται. Πρώτος αφηγητής είναι η Paul. Μέτριος μαθητής, χωρίς φιλοδοξίες, χωρίς κίνητρα. Ίσως θα τον ενδιέφερε ο χώρος του cinema, αλλά δίχως να παθιάζεται κιόλας. Στέλνεται απ’ τον αυστηρό πατέρα του, που 'ναι γιατρός, στο Παρίσι. Για να προετοιμαστεί και να δώσει στην Ιατρική. Ο ίδιος το βλέπει ως μια ευκαιρία να μπει στον χώρο του κινηματογράφου. Α, είναι και homosexual. Δεύτερος της παρέας ο Rodolphe. Γιος κομμουνιστή εργάτη που θέλει να ασχοληθεί με την πολιτική. Στο σοσιαλιστικό κόμμα. Το οποίο μάλιστα κέρδισε εκείνη τη χρονιά τις εκλογές με τον François Mitterrand. Τρίτος ο Tanguy. Τον ενδιαφέρει ο επιχειρηματικός κλάδος. Και τέλος ο Benoît που θέλει να γίνει φωτογράφος. Δεν τον νοιάζει το απολυτήριο λυκείου, αλλά βρίσκει προσωρινά μια θέση σε εφημερίδα.

Καθώς ενηλικιώνονται οι 4 φίλοι μας, μαθαίνουν τον κόσμο, και μαζί μ’ αυτούς κι εμείς. Η δεκαετία του ’80 χτίζεται στη Γαλλία και σ' όλη την υφήλιο. Η σοσιαλιστική διαμάχη François Mitterrand και Michel Rocard, ο αριστερός Jean-Christophe Campandelis, ο ψυχρός πόλεμος μεταξύ του Donald Reagan και των Σοβιετικών. Ο Lech Walesa κατά του στρατηγού Jaruzelski. Στο cinema η Isabelle Adjani και η Catrine Deneuve, στη μουσική η Barbara, στον επιχειρηματικό κόσμο ο Bernard Tapie κ.ο.κ. Ο Roux που γεννήθηκε το 1957 θυμάται κι αναπλάθει μια δεκαετία, η οποία στέλνει ώς σήμερα τους απόηχούς της.

Και πάνω στους τέσσερις ήρωές του, που ενηλικιώνονται καθώς η χώρα αλλάζει, αναπτύσσονται τάσεις της κοινωνίας. Ο χώρος του cinema και η ανάδειξη της ομοφυλόφιλης ζωής, ο Τύπος και η φωτογραφία ως καλλιτεχνική στάση, ο σοσιαλισμός και το φοιτητικό κίνημα, οι επιχειρήσεις και η αστική ζωή. Έτσι, μέσα από τη ζωή τεσσάρων νέων που έχει τα δικά της τραύματα σε ένα είδος παράλληλων Bildungsroman φαίνεται και η πορεία της γαλλικής κοινωνίας.

30 χρόνια μετά, οι τέσσερις φίλοι βρίσκονται στο zenith της καριέρας τους. Πετυχημένος φωτογράφος ο ένας, μεγαλοστέλεχος επιχειρήσεων ο άλλος, βουλευτής του κοινοβουλίου ο τρίτος, μικρομεσαίου βεληνεκούς ηθοποιός ο τέταρτος. Ο ιδεαλισμός γίνεται πολιτικός ρεαλισμός, η ομοφυλοφιλία συναντά το AIDS, οι επιχειρήσεις και το καπιταλιστικό φαντασιακό την κρίση, η αντισυμβατική τέχνη γίνεται main stream σε galerie και σε εκθέσεις. Τα τέλη της δεκαετίας του 2000 βρίσκουν τη Γαλλία σε μια κρίσιμη καμπή. Και η διαφορά των τεσσάρων σε σχέση με τις αρχές της πορείας τους δείχνει και τις αλλαγές στη χώρα.

Το βιβλίο τελειώνει ως εξής:
Μου φαίνεται ότι μεγαλώσαμε σε έναν κόσμο όπου όλες οι βεβαιότητες, ακόμη και οι πιο ασήμαντες, είχαν υποχωρήσει. Έναν κόσμο που πιάστηκε ο ίδιος στην παγίδα που έστησε, καθώς ανατίναξε αποφασιστικά και αυτάρεσκα τα όρια που είχε προκαθορίσει. Έναν κόσμο που αμέλησε να δημιουργήσει ένα όραμα για τη χώρα και πριμοδότησε το ιδιωτικό συμφέρον σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Είμαστε, φυσικά, οι νεκροθάφτες της Ένδοξης Τριακονταετίας, τα παιδιά της κρίσης, της ανεργίας, της υπερκατανάλωσης, της παγκοσμιοποίησης, της αδύναμης ανάπτυξης, του χρήματος…
 
Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Αναμενόμενες οι εξελίξεις και η προσγείωση των οραμάτων. Αυτό που ίσως δεν κέρδισα από το βιβλίο είναι ένα είδος λογοτεχνικότητας που να με κάνει να δω το έργο   κ α ι   ως καλλιτέχνημα. Είδα ωστόσο την εποχή μας, πριν από εμένα και ώς έμενα, είδα την Ευρώπη και την ανθρωπότητα να συμβιβάζεται συνεχώς σε ένα στημένο παιχνίδι, σε ένα a priori χαμένο παιχνίδι.



> Ο Φρανσουά Ρου γεννήθηκε το 1957 στο Lannion της Γαλλίας. Σπούδασε μαθηματικά και έλαβε πτυχίο μηχανικού. Εργάζεται ως σκηνοθέτης ταινιών μικρού μήκους, ντοκιμαντέρ και διαφημιστικών φιλμ. Έχει δημοσιεύσει τέσσερα μυθιστορήματα και έχει γράψει τρία θεατρικά έργα.

Πάπισσα Ιωάννα

Wednesday, November 08, 2017

Hans Fallada, “Και τώρα, ανθρωπάκο;”

Η Γερμανία του μεσοπολέμου κι η φτώχια που λυμαίνεται τα χαμηλά στρώματα. Κι εκεί μέσα ένας ανθρωπάκος σαν καρικατούρα κάνει τα πάντα για να μη χάσει τη θέση του.


Hans Fallada
“Kleiner Mann –Was nun?”
1932

“Και τώρα, ανθρωπάκο;”
μετ. Ι. Αβραμίδου
εκδόσεις Gutenberg -2017


Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Το έργο που έκανε γνωστό τον Fallada; Αλήθεια είναι ο Fallada ένας συγγραφέας που θάπρεπε να ξέρω; Αυτό το βιβλίο ίσως απαντήσει στο ερώτημά μου.

Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Η ιστορία κινείται σ’ ένα πνεύμα ανάλαφρο και χαλαρό, σαν να υπάρχει παντού ένα κλίμα ιδεαλισμού. Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση με τη σκληρή πραγματικότητα της Γερμανίας του 1930-1932.

Ο νεαρός 23άχρονος Johannes Pinneberg αφήνει έγκυο τη νεαρή Ema, ή αλλιώς Μανάρι. Και παρά τη δύσκολη οικονομική τους κατάσταση αποφασίζουν να παντρευτούν. Εκεί αρχίζει μια αλυσίδα γεγονότων, από τη δουλειά του Johannes και τις δυσκολίες της έως τη μετακίνησή τους απ’ το Ducherov στο Berlin δίπλα στην αέρα-πατέρα μάνα του και στον εραστή της. Οι αντιξοότητες δεν δίνονται με δραματικές πινελιές. Η κατάσταση φαιδρύνεται με δόσεις αμυαλοσύνης, τρέλας και χαλαρότητας. Επαναλαμβάνω σαν να μπορούν όλα να ξεπεραστούν κι ο συγγραφέας να μην ανησυχεί για τους ήρωές του. Σαν να μη ζουν όλοι το Krach του 1929 και την επικείμενη άνοδο του HitlerOMG.

Διαβάζοντας το έργο, δεν είχα την αίσθηση ότι διαβάζω μυθιστόρημα. Πιο πολύ είχα την εντύπωση ότι φυλλομετρώ ένα cartoon. Μια σειρά από sketch που συνδέονται μεταξύ τους. Ο Fallada φτιάχνει ήρωες καρικατούρες και επεισόδια σαν comics. Ανάλαφρη γραφή, αδρές γραμμές, γρήγορες πινελιές. Ένα graphic novel χωρίς εικόνες.

Μικρές σκηνές δίνουν το στίγμα της εποχής. Εκτός φυσικά από την ανέχεια και την οικονομική δυσπραγία όλων των φτωχών στρωμάτων, που υπολογίζουν και ξαναϋπολογίζουν τα έσοδα και τα έξοδά τους. Ένας συνάδελφος του Johannes, ο Lauterbach είναι ναζιστής στο ανερχόμενο κόμμα που στις επόμενες εκλογές θα πάρει την εξουσία. Ένας άλλος συνάδελφος, ο Hailbut, είναι γυμνιστής και απολύεται όταν αυτό μαθαίνεται. Μικρές παράμετροι μιας κοινωνίας που αλλάζει. Όμως ο συγγραφέας δεν θέλει να έχει συνείδηση της ιστορικότητας της εποχής. Ή τουλάχιστον δεν θέλει να κάνει focus σ’ αυτήν. Επιδιώκει πιο πολύ να δείξει κοινωνιολογικά την εξάρτηση του ανθρώπου από την εργασία, εξάρτηση η οποία τον κάνει δουλοπρεπή, αναξιοπρεπή, υποτακτικό. Η ανάγκη για τον επιούσιο μετατρέπει τον εργαζόμενο σε ένα πλάσμα άβουλο, ανήμπορο, που προτίθεται να κάνει τα πάντα για να διατηρήσει τη δουλειά του.

 
Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Είδα την καρικατούρα μιας εποχής μ’ έναν ανθρωπάκο να παλεύει να μείνει όρθιος σ' ένα γελοίο περιβάλλον. Είδα το τραγικό μέσα στο κωμικό. Μάλλον όμως η ταχύτητα και η φαιδρότητα της σκιαγράφησης μ’ άφησε απέξω από την ψυχή του Pinneberg.


> O Χανς Φάλαντα (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Rudolf Ditzen) γεννήθηκε το 1893 στο Γκράιφσβαλντ και πέθανε το 1947 στο Βερολίνο. Άσκησε διάφορα επαγγέλματα (τοπογράφος, λογιστής, νυχτοφύλακας, έμπορος δημητριακών και διαφημιστής). Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εργάστηκε ως μεταφραστής και δημοσιογράφος. Επηρεασμένος αρχικά από τον εξπρεσιονισμό, εμφανίζεται στα γράμματα το 1920 με το μυθιστόρημά του "Der junge Goedeschal". To 1926 καλύπτει ως δημοσιογράφος την περίφημη δίκη της εξέγερσης των αγροτών στο Neumunster. Από το πρακτικά της δίκης αυτής είναι εμπνευσμένο το μυθιστόρημά του "Bauern, Boyren und Bowbe"· Ο Φάλαντα προσχωρεί στο καλλιτεχνικό κίνημα "Νέα Αντικειμενικότητα" και ασπάζεται τον κοινωνικό νατουραλισμό με τη συνειδητή χρήση του απλού ύφους. Το 1932 κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του "Kleiner Mann - was nun?" (αγγλ. έκδ. "Little Man, What Now?"), το οποίο περιγράφει την καθημερινή ζωή των προλεταριοποιημένων μικροαστών. Με το βιβλίο αυτό ο Φάλαντα αποκτά παγκόσμια φήμη. Αγοράζει τότε ένα αγρόκτημα στο Μέκλεμπουργκ και ασχολείται με την καλλιέργειά του. Ακολουθούν δώδεκα περίπου μυθιστορήματα και ένα βιβλίο με αυτοβιογραφικές αναμνήσεις. Ξεχωρίζουν το "Wolf unter Wolfen" (1932), μια ακριβής σκιαγράφηση του κοινωνικού χάους κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, το "Wer einmal aus dem Blechnapf frisst?" (1934) και το "Der eiserne Gustav" (1938), μυθιστόρημα-ποταμός, μια τοιχογραφία της ζωής στο Βερολίνο από το 1914 έως το 1924, μια σκοτεινή και σκληρή περιγραφή της παρακμής και σταδιακής εξαθλίωσης των μικροαστικών στρωμάτων. Ο Φάλαντα εγκαταλείπει το αγρόκτημά του και εγκαθίσταται στο Βερολίνο, όπου τον Φεβρουάριο του 1947 πεθαίνει από υπερβολική δόση υπνωτικών, έχοντας ολοκληρώσει το μυθιστόρημα "Μόνος στο Βερολίνο" ("Jeder stirbt fur sich allein", αγγλ. μτφρ. "Every Man Dies Alone"), σχετικά με την πραγματική ιστορία του ζεύγους Otto και Elise Hampel, που εκτελέστηκαν από τους Ναζί, κατά τη διάρκεια του πολέμου, εξαιτίας της αντιφασιστικής τους δράσης. Το 1950 κυκλοφορεί το πιο προσωπικό του βιβλίο "Der Trinker" ("Ο πότης", αγγλ. έκδ. "The Drinker", 1944), μια βαθιά αυτοβιογραφική εξιστόρηση της ζωής με τους Ναζί. Ο Χανς Φάλαντα παρέμεινε δημοφιλής συγγραφέας στη Γερμανία και μετά το θάνατό του, ωστόσο ορισμένα από τα ανέκδοτα έργα του θεωρείται ότι χάθηκαν ή πουλήθηκαν, εν μέρει εξαιτίας της αμέλειας και εν μέρει εξαιτίας του εθισμού στα ναρκωτικά της δεύτερης γυναίκας και μοναδικής κληρονόμου του, Ulla Losch. Η ανάδυση του σημαντικού αυτού συγγραφέα από τη λήθη έγινε το 2009, όταν ο αμερικανικός εκδοτικός οίκος Melville House Publishing εξέδωσε και πάλι στα αγγλικά τα βιβλία του "Little Man, What Now?", "The Drinker" και "Every Man Dies Alone", που γνώρισαν, στη συνέχεια, μεταφράσεις σε πολλές γλώσσες.

Πάπισσα Ιωάννα

Saturday, November 04, 2017

Αύγουστος Κορτώ, “Ρένα”

Μια πόρνη διαπερνά όλον τον 20ό αιώνα. Η ματιά της σακουλιάζει τα δημόσια και τα ιδιωτικά σε μια απολαυστική αφήγηση. Ο έρωτας συναντά την πολιτική κι ο αναγνώστης γλιστράει ώς το τέλος.



Αύγουστος Κορτώ
“Ρένα”
εκδόσεις Πατάκη -2017



Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Ετών 38 και είκοσι τρία βιβλία στο ενεργητικό του. Παράξενη περίπτωση. Εδώ έχουμε συζητήσει μερικά απ’ τα έργα του. Και πάντα μέναμε με μια μεγάλη απορία. Είν’ ένα γνήσιο ταλέντο; Είν’ ο συνταρακτικός συγγραφέας που μένει στην επιφάνεια; Ή είν’ ένα ταλέντο που εκρήγνυται κι όποιος μπορεί τον παρακολουθεί;


Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Το τελευταίο του βιβλίο αφορά τη Ρένα. Πρόκειται για μια πόρνη που αφηγείται τη ζωή της στον νεαρό συνεντευξιαστή της. Γεννημένη το 1910, αγράμματη, βγαλμένη στο κλαρί από μικρή, μεγαλωμένη σε μπουρδέλο και ζώντας μια πολυτάραχη ζωή. Ο μονόλογός της είναι καταιγιστικός αν και δομημένος. Μίγμα αφήγησης, προφορικού λόγου χωρίς τα κενά της πραγματικής ομιλίας, γεμάτου με καθημερινή βωμολοχία αλλά και με την αργκό μιας συγκεκριμένης εποχής και μιας συγκεκριμένης συντεχνίας. Η ανάγνωση γι’ αυτό τον λόγο είναι σαγηνευτική.

Η ατομική ζωή της Ρένας τέμνεται με την Ιστορία της Ελλάδας. Η Μικρασιατική Καταστροφή κι η έλευση των προσφύγων. Ο μεσοπόλεμος. Ο Μεταξάς. Η Κατοχή κι ο Εμφύλιος. Η μεταπολεμική περίοδος. Η χούντα των συνταγματαρχών. Όλες αυτές οι εποχές διαθλώνται μέσα απ’ την οπτική γωνία της αφηγήτριας. Κι έτσι η Ιστορία βιώνεται από κάτω κι αναπαρίσταται με το βλέμμα του απλού ανθρώπου. Κυριολεκτικά. Η Ρένα μάλιστα έτυχε λόγω έρωτος να γίνει Αριστερή. Να υποστεί διώξεις, να ζήσει τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης όπου σκοτώθηκε ο Τούσης. Θυμηθείτε τον “Επιτάφιο” του Ρίτσου. Ζει μάλιστα τις κακουχίες σ’ ένα ξερονήσι ως εξόριστη (τελικά Γιούρα ή Γιάρος; αφού είναι φυσικά άλλα νησιά!). Ζει στο περιθώριο και συναναστρέφεται ανθρώπους που είναι στην μπούκα της σκληρής εξουσίας. Υφίσταται στο πετσί της, έστω και ξώφαλτσα, τον ολοκληρωτισμό του κράτους.
  


Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Τελικά τι; Εννοώ γιατί έγραψε κάτι τέτοιο ο Κορτώ; Ναι, ωραία η γλώσσα, τρομερός και φοβερός στη ροή της αφήγησης ο συγγραφέας, ρουφήχτρα η ανάγνωση, αλλά προς τι; Νομίζω εδώ το χάνει ο λογοτέχνης. Και σε άλλα του βιβλία μαγεύει αλλά μένει σε μια ιδιωτική ματιά, που δεν ξεπερνά τον μικρό κύκλο που φτιάχνει. Εδώ μπορώ να καταλάβω δυο τρεις επιδιώξεις του μυθιστορήματος. 1. Η Ιστορία βιώνεται αλλιώς από τον καθένα. 2. Όλα είναι ασήμαντα ή δεύτερης διαλογής μπροστά στον έρωτα και στο sex. 3. Ακόμα και η πολιτική είναι μια τυχαία συνάντηση με το δημόσιο (η Ρένα παραδέχεται ότι αν ερωτευόταν έναν ακροδεξιό, θα ήταν …ταγματασφαλίτισσα!).

Ο Πέτρος Χατζόπουλος, όπως είναι το πραγματικό όνομα του Αύγουστου Κορτώ, γεννήθηκε το 1979 στη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδώσει διηγήματα, μυθιστορήματα, ποιήματα, νουβέλες, κριτικές και βιβλία για παιδιά.

Πάπισσα Ιωάννα

Wednesday, November 01, 2017

Joseph Roth, “Το κάλπικο ζύγι”

Όταν διαβάζω Roth, ξέρω τι να περιμένω. Φυσικά, με τα πάνω και τα κάτω του. Αλλά συνάμα μ’ αυτό το κλίμα μιας εποχής που έφθινε, κι οι αξίες της κονταροκτυπιούνταν σ’ έναν αιώνα που ξεκινούσε ξεσκίζοντας τις σάρκες του και διαλύοντας τον προηγούμενο.


Joseph Roth
“Das Falsche Gewicht”
Amsterdam 1937

Το κάλπικο ζύγι
μετ. Η. Αγγελή
εκδόσεις Άγρα -2017


Ο Roth είναι σταθερή αξία στις αναγνωστικές μου επιλογές και σχεδόν ποτέ δεν μ’ απογοητεύει, παρά το παλιομοδίτικο κλίμα στα έργα του. Ωστόσο, βρίσκω πάντα τρόπους επικοινωνίας με την Αυστροουγγαρία των αρχών του αιώνα.

Ο Άνζελμ Άιμπενσυτς εγκαταλείπει τη στρατιωτική καριέρα για τη γυναίκα του Ρεγγίνα και διορίζεται υπεύθυνος μέτρων και σταθμών σε μια ανατολική περιφέρεια, στο Ζλότογκροντ. Το μετανιώνει όμως γρήγορα. Αφενός επειδή νιώθει αποξενωμένος απ’ τη γυναίκα του. Κι αφετέρου επειδή η περιοχή βρίθει απατεώνων και διεφθαρμένων. Αυτός ωστόσο είναι μεθοδικός, ακέραιος και έντιμος χαρακτήρας, χωρίς διάθεση για συμβιβασμούς και ενδοτικές συμπεριφορές. Εντέλει, σταδιακά χάνει το ακέραιο του χαρακτήρα του κι εμπλέκεται σε απρέπειες και ατασθαλίες που χαρακτηρίζουν την κοινωνία στην οποία ζει.

Ανοίγω μια παρένθεση και σημειώνω ότι το βιβλίο του Roth (1937) μοιάζει με το πρόσφατα εκδοθέν στα ελληνικά βιβλίο του Graham Greene “Η καρδιά των πραγμάτων” (1948). Και στα δύο μυθιστορήματα υπάρχει ένας κρατικός λειτουργός. Υπεύθυνος μέτρων και σταθμών εδώ, υπαστυνόμος εκεί. Στα άκρα της Αυστροουγγαρίας εδώ, στα άκρα της Βρετανικής αυτοκρατορίας εκεί. Άνθρωποι κι οι δύο του καθήκοντος, τίμιοι, ηθικοί, άτεγκτοι, παλεύουν με το ντόπιο σαπισμένο σύστημα κι έχουν δοσοληψίες με εμπόρους που λυμαίνονται την περιοχή. Κι οι δυο ζουν έναν παρηκμασμένο γάμο, στον οποίο η γυναίκα τους βρίσκεται σε στενή εξωσυζυγική σχέση, και μπλέκονται συναισθηματικά μέσα σ’ αυτόν.


Ο Roth στηρίζει πολλά στον πρωταγωνιστή του, αν και δεν παρακολουθεί τα πράγματα από την οπτική του γωνία. Στην αρχή μάς μπερδεύει, καθώς για ένα μεγάλο διάστημα δεν καταλαβαίνουμε με ποια εστίαση προσεγγίζει την αλήθεια: την απιστία της γυναίκας του Ρεγγίνα τη μαθαίνουμε από την οπτική γωνία του Άνζελμ (άρα είναι υποκειμενική και μπορεί λανθασμένη) ή από έναν τριτοπρόσωπο αφηγητή που μιλάει ως παντογνώστης; Εντέλει, γρήγορα μαθαίνουμε αφενός την απιστία της Ρεγγίνα με τον γραμματέα του και αφετέρου τις απατεωνιές του κάπελα Λάυμπους Γιαντλόφκερ: έτσι ανοίγουνε δύο μέτωπα, τα οποία θα δοκιμάσουν την ανθεκτικότητα και την ακεραιότητά του.

Τελικά, κι οι δύο αυτές απειλές τον ρίχνουν στην αγκαλιά της Ευφημίας, μια σχέση εγκλωβιστική, που τον κάνει να πίνει, να παραμελεί τα καθήκοντά του, να κατεβαίνει σιγά σιγά σε κατώτερα επίπεδα απ’ το βάθρο της ηθικής του.

Ο Roth τελικά δεν οδηγεί τα πράγματα σε μια εσωτερική καταβύθιση που θα αναδείκνυε την τραγικότητα του επιθεωρητή. Ο εσωτερικός του κόσμος περνά πιο γρήγορα απ’ ό,τι θα έπρεπε και η έμφαση δίνεται σε μια απόλυτη δικαιοσύνη, που έρχεται εν είδει Ιεράς Εξέτασης να καταδικάσει αθώους κι ένοχους, μεγαλοκαρχαρίες και φτωχοδιάβολους, πέλεκυς που έρχεται ανταποδοτικά να πλήξει εντέλει τον ίδιο τον “δικαστή”.

Η παραμονή του κειμένου στο κοινωνικό θέμα της δικαιοσύνης, των ανθρώπινων σχέσεων και της άτεγκτης απονομής του δικαίου, χωρίς ανθρώπινες ευαισθησίες, νομίζω ότι του στέρησε τη διερεύνηση του ανθρώπινου ψυχισμού, που θα αναδείκνυε τα διλήμματα και τις αντιπαραθέσεις μέσα στη συνείδηση του καθενός. Έτσι, ο Greene έντεκα χρόνια μετά δίνει άλλη ρότα σε μια παρόμοια (αρχικά) ιστορία και κερδίζει όλο το βάθος που δεν μπόρεσε (ή δεν ήθελε) να δώσει ο Roth.


> Ο Γιόζεφ Ροτ γεννήθηκε το 1894 από εβραίους γονείς στην Ανατολική Γαλικία (σημερινή Ουκρανία). Σπούδασε φιλοσοφία και γερμανική φιλολογία στο Λέμπεργκ και στη Βιέννη. Το 1916 κατάχθηκε στον αυστριακό στρατό και έλαβε μέρος στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Στο διάστημα του μεσοπολέμου εργάστηκε ως δημοσιογράφος στη Βιέννη και στο Βερολίνο, όπου έζησε δώδεκα χρόνια (μετά το 1920). Ήδη από το 1922 εντοπίζει και στηλιτεύει από τους πρώτους τον Χίτλερ. Εβραίος ο ίδιος, ασκεί έντονη κριτική στη συμβιβαστική στάση της εβραϊκής κοινότητας. Το πρώτο του μυθιστόρημα, "Το δίχτυ της αράχνης", δημοσιεύτηκε το 1923 σε συνέχειες σε αυστριακή εφημερίδα και είχε αρκετή επιτυχία. Το 1926 έμεινε τέσσερις μήνες στη Σοβιετική Ένωση όπου αρχίζει να γράφει τα μυθιστορήματα "Φυγή χωρίς τέλος" και "Ο βουβός προφήτης". Από το 1932 δηλώνει σ' ένα φίλο του: "Πρέπει να φύγουμε. Θα κάψουν τα βιβλία μας και θα είμαστε εμείς ο στόχος... Πρέπει να φύγουμε ώστε μόνο τα βιβλία μας να παραδοθούν στην πυρά." Στις 30 Ιανουαρίου του 1933, τη μέρα που ο Χίτλερ αναγορεύεται καγκελάριος του Ράιχ, ο Ροτ μεταναστεύει οριστικά στο Παρίσι, όπου θα περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του φτωχός και αλκοολικός, ως το θάνατό του το 1939. Άφησε έργο εκτεταμένο και ποικίλο: δεκατρία μυθιστορήματα, οχτώ μεγάλα αφηγήματα, τρεις τόμους δοκιμίων και ανταποκρίσεων, αμέτρητα άρθρα. Κυριότερα μυθιστορήματά του: "Hotel Savoy" (1924), "Φυγή χωρίς τέλος" (1927), "Το εμβατήριο Ραντέτσκι" (1932) και "Η κρύπτη των Καπουτσίνων" (1938). Στο κύκνειο άσμα του, "Ο θρύλος του Αγίου Πότη" (1939), ο Ροτ χωρίς να αυτοβιογραφείται, δίνει μια γλαφυρή, γλυκιά και ταυτόχρονη τραγική μυθιστορία της απόλυτης παράδοσης στο πάθος του.

[In2life, 26/9/2017]

Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, October 28, 2017

Έιρικουρ Ερτν Νόρδνταλ, “Illska. Το Κακό”

Ένα συνταρακτικό έργο, έξυπνο όσο και συναισθηματικό. Το βάρος της Ιστορίας, με τις θηριωδίες των Nazi, συναντά τον διχασμό των προσώπων στην Ισλανδία του 21ου αιώνα.


Eiríkur Örn Norðdahl
Illska
2012

 
Έιρικουρ Ερτν Νόρδνταλ
Illska. Το Κακό”
μετ. Ρ. Γεωργακοπούλου
εκδόσεις Πόλις -2017


Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Πολυδιαφημισμένο έργο που έρχεται να συμπληρώσει μια μεγάλη λογοτεχνική βιβλιογραφία περί ναζισμού. Κι ακόμα περισσότερο από έναν Ισλανδό. Από μια χώρα που δεν μας στέλνει συχνά λογοτεχνικά έργα.

Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Η Agnes Lucauskas είναι μετανάστρια δεύτερης γενιάς. Οι γονείς της ήρθαν απ’ τη Λιθουανία στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τον κομμουνισμό. Κι αυτή γεννήθηκε στην Ισλανδία. Εκεί μεγαλώνει κάνοντας τη διπλωματική της εργασία για τον ναζισμό στην πατρίδα της και στην Ευρώπη. Συνδέεται με τον Omar, αποφασίζει να ταξιδέψει στη Λιθουανία, γίνεται δεκτή σε ένα συνέδριο στο Toronto του Καναδά. Ο Omar δεν μπορεί να πάει μαζί της στην κωμόπολή της το Jurbarkas. Ταξιδεύει όμως πολύ σε όλον τον κόσμο, νοερά ή πραγματικά άδηλο. Η Agnes απ’ την άλλη βλέπει ερωτικά τον Arnor, έναν Νεοναζί (!). Η Agnes όμως κατά ένα όμως μέρος είναι Εβραία. Half Jew. Κι εδώ η διχοστασία πιάνει ταβάνι.

Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο όπως πολλά σύγχρονα μεταμοντέρνα έργα. Fragmentally. Λίγη αφήγηση, λίγο δοκίμιο, πολλά σχόλια. Πολλά ετερόκλητα θέματα. Στιγμιότυπα απ’ τη ζωή της Agnes, σχόλια για την Ιστορία, πληροφορίες εγκυκλοπαιδικής φύσης, μικρές σκέψεις για το γλωσσόφιλο ή το cockring. Αφηγηματική πολυφωνία που μας κάνει να διαβάζουμε με ενδιαφέρον. Οι σελίδες τρέχουν με την περιέργειά μας να αυξάνεται, καθώς ο νους μας πηδάει απ’ το μυθιστορηματικό στο ιστορικό. Και μαζί το ατομικό συναντά το συλλογικό και το παγκόσμιο. Η ερωτική ζωή διασταυρώνεται με τον ναζισμό και τις εκφάνσεις του.

Ο Norðdahl γράφει με humor. Με δόσεις of irony. Μιλάει για πολύ σοβαρά θέματα σαν να παίζει. Σαν να έχει μπροστά του το ιστορικό πεδίο και μετακινεί με γέλιο και μπρίο τα πιόνια του. Πηδάει σαν να παίζει φιδάκι απ’ το ένα στο άλλο, σαν video game ανεβοκατεβαίνει τις πίστες.

Οι ιδέες του έργου που το κάνουν προκλητικά αναγνώσιμο πιάνουν μια ευρεία γκάμα. Ναζισμός, αντισημιτισμός, λαϊκισμός, εθνικισμός, ρατσισμός. Μετανάστευση, παγκοσμιοποίηση, ιστορική μνήμη και ευθύνη, σχέσεις λαών, έρωτας κι ιδεολογική στάση.

Στο δεύτερο και τρίτο μέρος παρακολουθούμε δύο εναλλασσόμενες αφηγήσεις. Απ’ τη μια, πώς ο προπάππους της Agnes, ο Λιθουανός τυπογράφος Wilhelmas Lucauskas καίει το τυπογραφείο που είχε με τον Εβραίο Isak Banai. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στη Λιθουανία, πολλοί τους είδαν σαν λυτρωτές από τον σταλινικό ζυγό. Κι έτσι έγιναν πολιτοφύλακες, που δίωκαν τους κομμουνιστές και τους Εβραίους. Ο Wilhelmas Lucauskas μάλιστα σκοτώνει τον Isak Banai. Κι όμως απόγονος αυτών των δύο είναι η Agnes, που έχει μισή καταγωγή απ’ τους Lucauskas και μισή απ’ τους Banai. Απ’ την άλλη, πώς ο Arnor έγινε νεοναζί. Παιδί μονογονεϊκής οικογένειας, γιος μιας βιβλιοθηκονόμου, μεγαλώνει με βιβλία. Κι όμως γίνεται νεοναζί. Σκεπτόμενος βέβαια. Μέσα απ’ τα πατριωτικά βιβλία μεταπηδά στον ισλανδικό εθνικισμό κι αποκεί στον νεοναζισμό. Θάλεγα ότι η ιστορική αφήγηση για τη Λιθουανία του 1940 είναι αφηγηματική ισχυρή. Αλλά η ζωή του Arnor είναι λιγότερο νευρώδης. Γίνεται πάλι σπιντάτη και τραγική, όταν αναφέρεται στις σχέσεις των τριών (Agnes, Omar, Arnor) και στη λύση που πρέπει να δώσουν για να απεμπλακούν απ’ το αδιέξοδο.


Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Η πρώτη συνταρακτική στην εναλλαγή της μορφή, της εναλλάξ παρουσίας αφήγησης και δοκιμίου, δεν συγκρατείται σε όλο το έργο. Η αποσπασματικότητα δίνει τη θέση της σε πιο κλασική μορφή μυθοπλασίας. Κι αυτό γειώνει λίγο τον αναγνώστη. Ωστόσο, δεν παύει να είναι ερεθιστική  η όλη σύλληψη. Να είναι διανοητικά ισχυρή η υπόθεση ενός σκεπτόμενου ναζιστή. Που στηρίζει τα πιστεύω του σε διαβάσματα και θεωρίες.

Απ’ την άλλη, το πολιτικό συνάπτεται με το ερωτικό. Η ιδεολογική βάση υποχωρεί μπροστά στο ένστικτο. Η Agnes δείχνει όλο και περισσότερο να προτιμά τον Arnor (λόγω ερωτισμού; λόγω …;) παρά τις αντισημιτικές του θέσεις. Ενώ ο πιο ήπιος Omar δεν χάνει τη θέση του στη ζωή της (έχουν μαζί κι ένα παιδί;), αλλά δεν είναι η κορυφή που αυτή ζητά. Τελικά ο διχασμός της Agnes φτάνει σε ένα τέλος που σαν γόρδιος δεσμός λύνεται απότομα. Το βάρος της Ιστορίας εξατομικεύεται και μένει κόμπος στην ανθρώπινη ψυχή.


> Ο Έιρικουρ Ερτν Νόρδνταλ γεννήθηκε στο Ρέικιαβικ της Ισλανδίας το 1978. Έζησε στο Βερολίνο, σε πολλές χώρες της Βόρειας Ευρώπης, ιδίως τη Φινλανδία, και στο Βιετνάμ. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 2001 με μια ποιητική συλλογή. Το 2004 ίδρυσε στην Ισλανδία την κολεκτίβα πειραματικής ποίησης Nyhil. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, πέντε μυθιστορήματα και δύο συλλογές δοκιμίων. Έχει, επίσης, εργαστεί ως μεταφραστής (μεταφράζοντας έργα των Allen Ginsberg, Jonathan Lethem, Anthony Horowitz, Joanne Harris, Lee Child, Jo Nesbo, κ.ά.) Το βιβλίο του "Illska" τιμήθηκε με το Βραβείο Ισλανδικής Λογοτεχνίας και το Βραβείο των Βιβλιοπωλών της Ισλανδίας το 2012.

Πάπισσα Ιωάννα