Wednesday, September 20, 2017

Jean-Michel Guenassia, “Το βαλς των δέντρων και του ουρανού”

Ο Van Gogh (1853-1890) πεθαίνει σε ηλικία 37 χρονών, χωρίς να έχει καταφέρει να αναγνωριστεί όσο ζούσε για την τέχνη-του. Και μάλιστα πάσχει από κατάθλιψη, που ίσως τον οδήγησε στην αυτοκτονία. Ο Guenassia επιχειρεί να δείξει τι 'ναι αυτό που τον έκανε μεγάλο ζωγράφο και τι του αφαίρεσε τη ζωή –μέσω ενός έρωτα.


Γαλλικός καφές με μέντα:
Jean-Michel Guenassia
“La valse des ambres et du ciel”
2016
“Το βαλς των δέντρων και του ουρανού”
μετ. Ε. Αποστολάκη
εκδόσεις Πόλις -2017


Το προηγούμενο έργο του Guenassia μείχε ενθουσιάσει. Είχα βρει το “Η ζωή που ονειρεύτηκε ο Ερνέστο Γκ.” πολύ δυνατό, πολύ ακριβοζυγισμένο. Έτσι ήθελα να ξαναδιαβάσω κάτι δοκιμασμένο.

Το βιβλίο ξεκινάει υπολογισμένα άναρχα. Μια νεαρή Γαλλίδα, 19 ετών, η Marguerite Gasse, μιλά με τη φεμινιστική επαναστατικότητα των τελών του 19ου αιώνα. Το 1890 θέλει να απεγκλωβιστεί απ’ την πατρική μέγγενη και να σπουδάσει ζωγραφική. Ο γιατρός πατέρας βέβαια θέλει να την παντρέψει. Και να κάνει τον γιο του γιατρό. Αλλά αυτός θέλει να γίνει ποιητής. Έχουμε λοιπόν δυο παιδιά που αρνούνται τον κομφορμισμό και θέλουν να γίνουν καλλιτέχνες. Φεμινισμός και καλλιτεχνία, αντίδραση και αντικομφορμισμός. Ωραίο έναυσμα.

Το κείμενο παίρνει στροφή όταν εμφανίζεται ο Vincent. Φτωχός ζωγράφος από την Ολλανδία. Ο πατέρας του προσφέρει ιατρικές συμβουλές για να κερδίσει έργα-του. Η μικρή τον θέλει στην αρχή δάσκαλο στη ζωγραφική τέχνη, αλλά εντέλει τον ερωτεύεται. Πρόκειται φυσικά για τον Vincent van Gogh, που δεν είχε αναγνωριστεί όσο ζούσε. Στα 1890 είχε ήδη ψυχολογικά προβλήματα (κατάθλιψη) και παρακολουθούνταν όντως απ’ τον γιατρό Paul Gasse. Ο impressionism του προβάλλεται ως ένα είδος ζωγραφικής όχι με το βλέμμα, αλλά με την ψυχή. Ζωγράφιζε ό,τι ένιωθε. Η ζωγραφική του είχε ενθουσιάσει τη νεαρή Marguerite, που ήθελε να βρει το δικό της στίγμα.

Οι εξελίξεις έρχονται να τεθούν ως μοτίβα δοκιμασιών σ’ έναν αταίριαστο έρωτα. Ο πατέρας εξανίσταται και κλείνει την κόρη στο σπίτι, ο ίδιος ο Vincent δεν θέλει να δεσμευτεί γιατί γι’ αυτόν προέχει η τέχνη του, η μικρή παίρνει ένα πιστόλι και δραπετεύει… ώσπου… ένα ατύχημα. Μα ας μην προδώσω το τέλος. Τελικά, η Marguerite είχε όντως ερωτευτεί τον άνθρωπο Van Gogh ή τον ζωγράφο; Κάπου ανάμεσα σκόπιμα, φαντάζομαι, κινείται η ιστορία, ώστε να μην ξεχωρίζει ο έρωτας με το πάθος για τη ζωγραφική.

Εντέλει, μένω με την αίσθηση ότι διάβασα ένα κατώτερο έργο σε σχέση με το προηγούμενο του Guenassia. Ένας έρωτας μόλες τις δυσκολίες του, ακόμα κι αν πρόκειται για ένα μεγάλο ζωγράφο, και μια τραγική κατάληξη είναι συνηθισμένο και δεν με απογείωσε. Ωστόσο, κρατώ τις πολύ καλές σκιαγραφήσεις των δύο εραστών, το ανυπότακτο της Marguerite και το δοσμένο στην τέχνη του Vincent. Κι επιπλέον μ’ άρεσε η προσπάθεια του Guenassia να “ξαναδιαβάσει” τη ζωή του Van Gogh και να διερευνήσει αν πέθανε από αυτοκτονία, όπως πιστεύεται, ή από ένα άλλο λόγο, που προσπάθησε να εξηγήσει μ’ ένα μυθιστορηματικό υφάδι.


> Ο Ζαν-Μισέλ Γκενασιά γεννήθηκε στο Αλγέρι το 1950. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε ως δικηγόρος. Έχει γράψει σενάρια και θεατρικά έργα και έχει εκδώσει τρία βιβλία, το "Pour cent millons" (1986, βραβείο αστυνομικού μυθιστορήματος Michel Lebrun), τη "Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων" όπου απέσπασε ενθουσιώδεις κριτικές, πούλησε πάνω από 200.000 αντίτυπα, τιμήθηκε με το βραβείο Γκονκούρ που απονέμουν οι μαθητές λυκείου και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και "Η ζωή που ονειρεύτηκε ο Ερνέστο Γκ"..

Πάπισσα Ιωάννα

Friday, September 15, 2017

Χουάν Χοσέ Μιγιάς, “Μέσα από τις σκιές”

Τι είναι το αόρατο που αλλάζει τη ζωή μας; Είναι μια αίσθηση, μια διαίσθηση, μια παραίσθηση; Είναι ένας άγνωστος που στρώνει την καθημερινότητά μας; Που την αναστατώνει;
 

Juan José Millás
“Desde la Sombra”
Barcelona -2016

Χουάν Χοσέ Μιγιάς
“Μέσα από τις σκιές”
μετ. Θ. Δαρβίρη
εκδόσεις Ψυχογιός -2017


Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Η ισπανική λογοτεχνία. Κι η λατινοαμερικάνικη. Μια τεράστια επικράτεια πολιτισμού. Μια έκταση που μιλάει με ρεαλισμό και με μαγικό ρεαλισμό. Με ντόπιες και με διεθνείς φωνές.

Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Με κέρδισε απ’ την πρώτη σελίδα το τέχνασμα με τον διάλογο. Ο ήρωας Damian Lobo φτιάχνει μια ψεύτικη περσόνα, τον Sergio OCane, ο οποίος υποτίθεται του παίρνει συνέντευξη. Όλ’ αυτά όμως μόνο μες στο μυαλό του. Και να τα studios, και να το κοινό, και να τα γέλια με τις ευφυείς ατάκες του. Όλα στη φαντασία του. Άνεργος εδώ και λίγο καιρό. Πριν ήταν συντηρητής σε ό,τι χαλούσε σε μια εταιρία. Λίγο κλεπτομανής, σ’ ένα παζάρι χώνεται σε μια τεράστια δρύινη ντουλάπα για να μην τον πιάσουν. Και μεταφέρεται στο σπίτι της Lucia και του Fede, με την έφηβη κόρη τους τη Maria. Κλεισμένος εκεί μέσα παρακολουθεί την οικογένεια κι επεμβαίνει ευεργετικά στην καθημερινότητά της.

Τι συμβολίζει ο αγαθός Damian καθώς ζει λίγα εκατοστά δίπλα σε μια φυσιολογική οικογένεια; Τον πανάγαθο Θεό που βρίσκεται δίπλα μας χωρίς να τον καταλαβαίνουμε; Ή τον χαμένο αδελφό της Lucia; Που την παρακολουθεί διακριτικά σε μια άλλη αγαθοποιό εκδοχή του Big Brother του George Orwell; Είναι το σύμβολο μιας αλλόκοσμης πραγματικότητας δίπλα στη δική μας; Που δεν την αντιλαμβανόμαστε;

Στο δεύτερο μέρος ο Damian αναλαμβάνει χρέη οικιακή βοηθού. Όταν όλοι λείπουν, τακτοποιεί το σπίτι. Κι η Lucia είναι η μόνη που το καταλαβαίνει. Αλλά θεωρεί ότι το πνεύμα του αδελφού της, που πέθανε μικρός, έρχεται μέσα απ’ την ντουλάπα του παππού να στοιχειώσει –ευεργετικά- το σπίτι. Του Damian του αρέσει να παίζει τον ρόλο του καλού φαντάσματος. Κι έτσι ένα παιχνίδι μεταξύ πραγματικού και φαινομενικά μεταφυσικού παίζεται στο νοικοκυριό της οικογένειας. Ώσπου ο Damian τολμά μια απονενοημένη κίνηση για να κάνει δική του τη Lucia.

Θάθελα κι εγώ νάχω κάποιον αγαθό φύλακα να με προσέχει. Να κάνει τις δουλειές του σπιτιού, αυτές τις άτιμες, και να μου δείχνει πόσο μ’ αγαπά. Και σε ένα παράλληλο σύμπαν να κάνει τα πάντα για να με κατακτήσει. Υπερβολές ενός μυθιστορήματος, θα πείτε. Αλλά όπως το παρουσιάζει ο Millas δίνει σάρκα και οστά σ’ έναν μεταφυσικό έρωτα. Κάνει πράξη το μότο που δανείστηκε απ’ τον David Foster Wallace “Όλες οι ιστορίες αγάπης είναι ιστορίες φαντασμάτων”!!! Είναι το μεταφυσικό, το άλογο, το supernatural που παρεισφρέει στις ζωές μας και τις αλλάζει.

Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Μικρά μυστικά κάνουν το μυθιστόρημα ενδιαφέρον. Η άνετη γραφή του. Η κύληση πάνω σε έναν καλοραμμένο χαλί. Το ενδιαφέρον που χωρίς ένταση προχωρά την ανάγνωση. Ο άνθρωπος που παίζει το φάντασμα και διεισδύει στη ζωή μιας άλλης. Absorbing book.


>; Ο Χουάν Χοσέ Μιγιάς γεννήθηκε στη Βαλένθια το 1946, αλλά από τα έξι του χρόνια ζει στη Μαδρίτη. Σπούδασε Φιλοσοφία και Λογοτεχνία. Αρθρογράφος και συγγραφέας, αρχικά αντιμετωπίστηκε από τους κριτικούς ως διανοούμενος μυθιστοριογράφος. Ωστόσο, από τη δεκαετία του ’80 που άρχισε να συνεργάζεται με την εφημερίδα El Pais, έγινε αγαπητός στο ευρύ κοινό και το σύνολο του έργου του έτυχε σημαντικής αναγνώρισης. Το 1975 εκδίδεται το πρώτο του μυθιστόρημα, "Cerbero son las sombras", το οποίο κερδίζει το Βραβείο Σέσαμο καλύτερου μυθιστορήματος. Ακολουθούν τα: "Vision del ahgado" (1977), "El zardin vacio" (1981), "Papel mojado" (1983), "Letra mierta" (1983), "El desorden de tu nombre" (υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 1988), "La soledad era esto" (Βραβείο Ναδάλ 1990), "Volver a casa" (1990 - "Επιστρέφοντας στο σπίτι", Καστανιώτης 1997), "Primavera de luto" (1992), "Ella imagina" (1994) και "Tonto, Muerto, bastardo e invisible" (1995 - "Βλάκας, νεκρός, μπάσταρδος κι αόρατος"). Έχει τιμηθεί με τα λογοτεχνικά βραβεία Nadal και Primavera και με το Μυθιστόρημα δημοσιογραφικό Mariano de Cavia. Εκτός από τη λογοτεχνία, ασχολείται με τη συγγραφή άρθρων σε εφημερίδες και περιοδικά και διδάσκει στο πανεπιστήμιο.

Πάπισσα Ιωάννα

Sunday, September 10, 2017

Thomas Bronnec, “Οι μυημένοι”

Τράπεζες και κράτος σ’ έναν σφιχτό εναγκαλισμό. Κι όποιος επιχειρεί να κόψει τον ομφάλιο λώρο, θα βρει το ίδιο το σύστημα να τον κλωτσάει. Ή αλλιώς, χωράει ο ιδεαλισμός στην πολιτική; Σηκώνει η οικονομία ελιγμούς;




Thomas Bronnec
“Les initiés”
Gallimard -2015

“Οι μυημένοι”
μετ. Κ. Γούλα
εκδόσεις Πόλις -2017


Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Η “Πόλις” εξακολουθεί ενίοτε να με τροφοδοτεί με βιβλία και την ευχαριστώ γι’ αυτό. Κι εγώ εξακολουθώ να αξιοποιώ όσα απ’ αυτά νιώθω ότι είναι άξια. Πολλά απ’ αυτά. Όπως το αστυνομικό του Bronnec. Βέβαια, δεν είμαι fun των αστυνομικών, συγκρινόμενη με τον Πατριάρχη. Αλλά στο ταξίδι για Beograd ήταν ό,τι πρέπει.

Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Η Γαλλία είναι ένας μικρόκοσμος που αντικατοπτρίζει την Ευρώπη όλη. Και οι αλλαγές στον πολιτικό και οικονομικό στίβο δείχνουν πράγματα που συμβαίνουν και σε άλλες χώρες. Ο Christophe Demory ανεβαίνει απρόσμενα την ιεραρχία και βρίσκεται δίπλα στη δυναμική υπουργό οικονομικών Isabelle Colson. Αυτή έχει υποσχεθεί ότι θα σταματήσει την απρόσκοπτη επαναχρηματοδότηση των τραπεζών, που πρώτα κινδυνεύουν να φαλιρίσουν κι έπειτα ζητούν τη βοήθεια του κράτους. Αυτό κάνει τώρα και η Crédit Parisien με τον επικεφαλής της να πιέζει με κάθε τρόπο. Αλλά η υπουργός θέλει βάλει όρια και να φανεί ότι τιμωρεί τις τράπεζες. Σ’ αυτό το πλαίσιο δύο επιθεωρήτριες του υπουργείου πεθαίνουν: η Natalie Renaudier, σύντροφος του Christophe, αυτοκτονεί, ενώ η συνεργάτιδά της Stéphanie Sacco πρώτα εξαφανίζεται κι έπειτα από χρόνια αυτοκτονεί κι αυτή.

Το έργο είναι αστυνομικό. Μα συνάμα έχει ισχυρές δόσεις οικονομικού ρεπορτάζ και αναλύσεων, για να αναδειχθεί το πλαίσιο. Και μέσα απ’ το πλαίσιο των πολιτικοοικονομικών διεργασιών και διαγκωνισμών θα φανεί ποιος είναι ο ηθικός αυτουργός των αυτοκτονιών. Επομένως, το γρήγορο story, το suspense εξισορροπείται από το πολιτικό που φωτίζει καταστάσεις. Φωτίζει τη δύναμη πρώτ’ απ’ όλα των τραπεζών. Μια bankcracy που εναγκαλίζει το κράτος και το δεσμεύει. Που συναρτά τις δράσεις της με τη γενικότερη χρηματοοικονομική πολιτική. Που εκ των πραγμάτων εγκλωβίζει την πολιτική ηγεσία στους δικούς της κανόνες. Απ’ την άλλη, η Αριστερά πάντα τρέφει ελπίδες να κάνει ριζικές αλλαγές. Αλλά το καπιταλιστικό σύστημα είναι τόσο ισχυρό, έχει δέσει από παντού την οικονομία, που δεν μπορεί εύκολα να αλλάξει.

Ο Bronnec εστιάζει και σε κάτι ακόμα. Μια σειρά στελεχών που μορφώθηκαν μέσα από τις Σχολές Διοίκησης γίνονται κομμάτι του συστήματος. Γρανάζια. Άλλοι απ’ αυτούς βέβαια συνθηκολόγησαν γρήγορα κι έγιναν οι εκμεταλλευτές του συστήματος για να ανέβουν προσωπικά. Άλλοι όμως που θέλησαν να μείνουν ιδεαλιστές τι τύχη θα έχουν; Θέλουν ίσως να αλλάξουν τον κόσμο. Έχουν συνείδηση. Αλλά γίνονται ακούσια εξαρτήματα σε μια μηχανή που δεν αφήνει περιθώρια για παρεκκλίσεις. Over its dead body. Ή το δικό τους.


Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Το βιβλίο με κράτησε σε όλο το ταξίδι. Κι όταν έφτασα στο Beograd είχε μείνει λίγο που το τελείωσα την επόμενη μέρα. Μερικές σελίδες διάβασμα, μερικά λεπτά χάζεμα στο παράθυρο τον κάμπο και τα βουνά. Το ποιος φταίει ευτυχώς περνάει σε δεύτερη μοίρα. Σε πρώτη κέρδισα τον πολιτικό προβληματισμό για την κοινωνία μας. Τη γαλλική αλλά και την ελληνική. Τελικά το σύστημα είναι ανίκητο;

> Ο Τομά Μπρονέκ γεννήθηκε στη Βρέστη το 1976. Δημοσιογράφος ειδικευμένος στο οικονομικό ρεπορτάζ, εργάζεται στη France Televisions και ως σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ. Έχει εκδώσει τρία πολιτικο-οικονομικά νουάρ μυθιστορήματα, τους "Μυημένους" ("Les Inities"), το "La Fille du Hanh Hoa" και το "En pays conquis".

Πάπισσα Ιωάννα

Tuesday, September 05, 2017

Pino Corrias, “Θα κοιμηθούμε όταν γεράσουμε”

Πίσω απ’ τα φώτα και τις κάμερες, ένας κόσμος βορβορώδης. Παραγωγοί και ηθοποιοί, ναρκωτικά και εξαρτήσεις, ιδιοτελή κίνητρα και εκμεταλλεύσεις ψυχών. Ο κόσμος του cinema είναι πιο σκοτεινός απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς όταν σβήσουν οι προβολείς…


Pino Corrias
“Dormiremo da vecchi”
Roma -2015

“Θα κοιμηθούμε όταν γεράσουμε”
μετ. Α. Παπασταύρου
εκδόσεις Κριτική -2017


Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Απλώνω τ’ αναγνωστικά πόδια μου. Όχι μόνο κλασικούς συγγραφείς. Όχι μόνο μακρινές κουλτούρες. Κι εδώ στη γειτονιά μας, στην Ιταλία. Πώς σκέφτονται, πώς αντιδρούν, πώς βλέπουν τη ζωή;

Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Δυο χαρακτηριστικά χτυπούν αμέσως στο μάτι. Ένα: ο κόσμος του cinema και της Cinecittá, των πλούσιων παραγωγών, των trophy wives, των glamorous σαλονιών και των soirée de gala που προσελκύουν VIPs και άλλα σούργελα, επίδοξες starlets, νάρκισσους ηθοποιούς, ψώνια κάθε είδους, αριβίστες, παράσιτα της show biz, εθισμένους στα drugs, καιροσκόπους κάθε είδους... Ένας κόσμος ψεύτικος, fake, snob, δήθεν, ένας κόσμος χρηματοθήρας και ιδιοτελής. Δύο: η αθυροστομία στους διαλόγους συνδυάζεται με αβανταδόρικες ατάκες και αποστομωτικές απαντήσεις. Έξυπνα αποφθέγματα περνάνε μέσα σε θεατρικές-κινηματογραφικές σκηνές. Αποστάγματα ζωής συμπυκνωμένα σε ακαριαίες φράσεις σκάνε μέσα σε φωτεινά σκηνικά και διαπροσωπικές σχέσεις εξουσίας.

Η ιστορία έχει στο κέντρο της τον Oscar Martello, που είναι κινηματογραφικός παραγωγός. Η τελευταία του ταινία με πρωταγωνίστρια την Jacaranda Rizzi προβλέπεται να πάει άπατη. Κι αυτός προκαταβολικά ετοιμάζει την εξαφάνισή της, μαζί με τον σεναριογράφο Andrea Serrano, που φεύγουν κρυφά για το Παρίσι. Ώστε να φανεί ότι την απήγαγε η mafia και να γίνει σκάνδαλο. Μορφές marketing και σκανδαλάκια προώθησης ενός προϊόντος που έτσι κι αλλιώς είναι μια εφετζίδικη σούπα.  

Η αρχική εκρηκτικότητα κοπάζει στο ένα τρίτο του βιβλίου. Μένει ωστόσο η αποκάλυψη όλης της σαπίλας του star system, των κόλπων και της υποκρισίας του. Ένας κόσμος ξιπασμένος όσο και διεφθαρμένος. Συντηρημένος με benzodiapine και whiskies. Με ψεύτικα χαμόγελα και νυχτερινές ακολασίες.


Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Το βιβλίο έχει όλα τα χαρακτηριστικά να γίνει ταινία. Ο Corrias είναι και σεναριογράφος και ξέρει τα κόλπα του μυθιστορήματος-σεναρίου. Glamorous διάκοσμος, εκκεντρικοί πλούσιοι, μηχανορραφίες στον κόσμο του cinema, stars στα όρια πανικού, sex και έρωτες, αυτοκτονίες, αστυνομική δράση, παιχνίδια με την εικόνα… Αυτά όμως είναι τα χαρακτηριστικά και του best-seller, που δυστυχώς άφησε τη γεύση του στα χείλη μου.

Ο Pino Corrias ζει και εργάζεται στη Ρώμη. Είναι χρονικογράφος και σεναριογράφος. Υπήρξε ειδικός απεσταλμένος της La Stampa. Έχει κάνει παραγωγές ταινιών και τηλεοπτικών σειρών για τη RAI, μεταξύ των οποίων οι Mani pulite, Ilaria Alpi - L'ultimo viaggio, La meglio gioventu, Coliandro και Catturandi. Είναι συγγραφέας των βιβλίων "Vita agra di un anarchico" (Feltrinelli), "Luoghi comuni" (Rizzoli) και "Vicini da morire" (Mondadori). Συνεργάζεται με σημαντικές εφημερίδες και περιοδικά, όπως: Il Fatto Quotidiano, Il Venerd? di Repubblica και Vanity Fair.

Πάπισσα Ιωάννα

Friday, September 01, 2017

Νίκη Τρουλλινού, “Με θέα στο Λεβάντε”

Η μεσογειακή γειτονιά μας, απ’ την Κωνσταντινούπολη μέχρι το Ισραήλ. Θυμίζει πολύ Ελλάδα αλλά και καλές συγγένειες, θυμίζει Έλληνες συγγραφείς αλλά και τοπία ιστορίας και μαγείας.



Νίκη Τρουλλινού
“Με θέα στο Λεβάντε”
εκδόσεις Κέδρος -2017



Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Το προηγούμενο έργο της συγγραφέως “Το τελευταίο καλοκαίρι της αθωότητας” μάς είχε αφήσει πολύ καλές εντυπώσεις κι ήθελα να ξαναδώ βιβλίο της.

Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Στην αρχή νόμισα ότι ήταν “αφήγημα” και μπήκα απ’ το πρώτο “κεφάλαιο” στο δεύτερο με την προσοχή μου στραμμένη στις πιθανές συνδέσεις. Τότε συνειδητοποίησα ότι είναι “αφηγήματα”. Πολλά, διαφορετικά. Κι έτσι ξεχώρισα κάθε κείμενο ως αυτόνομο που πρέπει να διαβαστεί μεμονωμένα. Ωστόσο, υπάρχει ένας κοινός άξονας. Τα παρόμοια σκηνικά και γνώριμες σκηνές απ’ τη Μέση Ανατολή, απ’ το Beirut ως τη Σιδώνα, απ’ την Κωνσταντινούπολη μέχρι τη Γαλιλαία κ.ο.κ.

Στην ουσία λοιπόν έχουμε ταξιδιωτικά κείμενα, αναμνήσεις ποτισμένες στη λογοτεχνική κολυμπήθρα. Κι εκεί, οι αναμνήσεις ενός ταξιδιού συναντούν τη γεωγραφία και την Ιστορία. Το προσωπικό και το συλλογικό, το βιωμένο και το διαβασμένο. “Η διαλεκτική των τόπων, η ιστορία της αρχιτεκτονικής και οι δρόμοι των κάθε εποχής απόκληρων, αναταράξεις της ιστορίας έως την επόμενη στιγμιαία του χρόνου μονάδα, ισορροπία”, γράφει η ίδια η συγγραφέας.

Το ταξιδιωτικό γίνεται λογοτεχνικό φυσικά χάρη στη γλώσσα. Με επιλεγμένες λέξεις. Μ’ εικόνες σε σαπιέλ απόχρωση, με κοφτές φράσεις που φωτογραφίζουν λίγα και εννοούν περισσότερα. Μ’ ένα ύφος λίγο παλαιικό αλλά ακριβώς γι’ αυτό, ζεστό και οικείο. Κύρια ονόματα και προσηγορικά, τοπωνύμια και επίθετα όχι σε μια συνεχόμενη αφήγηση, αλλά με τη σοφία της αποσπασματικότητας. Η γλώσσα βλέπει αλλά και σχολιάζει. Αφηγείται αλλά και σκέφτεται. Ζει όσα συναντά αλλά τα ξαναζεί όσο τα γράφει. Καμιά φορά πετάγεται μια λόγια –άτοπη- λέξη, αλλά συγχωρείται.

Ακόμα περισσότερο το ταξίδι στίζεται από μια εμβριθή αναφορά σε άλλα κείμενα. Ο Σεφέρης κι οι ημερολογιακές καταγραφές του. Ο Τσίρκας κι ο Καβάφης με τις ζώσες αποδόσεις των τόπων. Αρχαίοι σοφοί κι ο Ηρόδοτος να θυμίζουν το βαθύ παρελθόν μιας ιστορικής μεσανατολικής επικράτειας. Η Κορομηλά και τ’ ακούσματα του Livaneli. Ο Pamuk κι ο Gurcel συστήνει την Istanbul. Κάθε κείμενο και μια αναγνωστική ανάμνηση. Κάθε ματιά κι ένα διακειμενικό γυαλί, που φωτίζει αλλιώς όσα η Τρουλλινού βλέπει. Τελικά ένας εγγράμματος ταξιδιώτης δεν βλέπει μόνο με τις αισθήσεις, αλλά χρωματίζει ήδη αυτό που συναντά με όσα έχει διαβάσει. Τίποτα δεν είναι παρθένο όταν το έχει ήδη δει με τα μάτια της ψυχής στο κείμενο ενός άλλου.


Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Ταξίδεψα με το βιβλίο. Γνώρισα μέρη με ξεναγό. Τα περισσότερα δεν τάχω επισκεφτεί, τάδα τώρα μέσα στις λεκτικές φωτογραφίες. Όσα είχα επισκεφτεί, τα ξανάδα με τη ματιά της Τρουλλινού.

>  Η Νίκη (Κουκουνάκη) Τρουλλινού γεννήθηκε το 1953 στα Χανιά. Έκανε νομικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στα χρόνια της δικτατορίας. Από το 1979 ζει στο Ηράκλειο. Άσκησε μαχόμενη δικηγορία και διδασκαλία. Σήμερα ασχολείται με τον αγροτουρισμό. Έχει γράψει διηγήματα, μυθιστόρημα, δοκίμιο, ταξιδιωτική λογοτεχνία. Πρώτη της συλλογή διηγημάτων, το 1995, το "Ένα μολύβι στο κομοδίνο" (Εκδόσεις "Αναλόγιο", Ηράκλειο Κρήτης, β' έκδοση, Κέδρος, 2010, ανατύπωση 2011). Ακολούθησαν άλλες δύο: "Μαράλ όπως Μαρία", εκδ. Το Ροδακιό, 2002, και "Και φύσηξε νοτιάς.....", εκδ. Το Ροδακιό, 2006, καθώς και το μυθιστόρημα "Μ' ένα καφάσι μπύρες", εκδ. Κέδρος, 2009. Κείμενά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τούρκικα και ιταλικά. Είναι μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων.

Καλό μήνα
Πάπισσα Ιωάννα

Monday, July 31, 2017

ΚΑΛΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ: 12ος Πίθηκος - Υπήρχαν Πράγματα



Το Βιβλιοκαφέ πάει διακοπές -  Όλη η ομάδα - Ο παλιός θέλει ν' αράξει με εφημερίδες και πεύκα - Οι νέοι θέλουν νύχτα και Socialization - Πάντα βιβλία - Πάντα ξεκούραση - Πάντα κουλτούρα - Πάντα διασκέδαση - Όλα μαζί και το καθένα ξεχωριστά.
Ραντεβού τον Σεπτέμβρη!
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, July 27, 2017

Miguel de Unamuno, “Η θεία Τούλα”

Μια παράξενη φυσιογνωμία. Παρθένος και μητέρα, θεία και μητριά. Χωρίς εγώ αλλά με έντονο το πνεύμα της κηδεμονίας. Με μια ανιδιοτέλεια που γίνεται καταπίεση.


Miguel de Unamuno
“La Tίa Tula”
1921
“Η θεία Τούλα”
μετ. Κ. Παλαιολόγος
εκδόσεις Gutenberg -2017


“Το μυθιστόρημα του Δον Σανδάλιο, σκακιστή” μάς το σύστησε ο γηραιός Πατριάρχης Φώτιος, επειδή ο ίδιος είναι δεινός σκακιστής, αλλά εγώ το αγάπησα για άλλους λόγους. Και τώρα που ξανασυνάντησα τον Unamuno ήθελα να δω αν είναι όντως τόσο εξαιρετικός master της αφήγησης, όπως τον πρωτογνώρισα. 


Η Tula, ή αλλιώς Gertrudis, θέλει να παντρέψει την αδελφή της Rosa με τον Ramiro. Καθώς οι δυο νέοι συνδέονται, πιέζει το ζεύγος να οδηγηθεί στον γάμο. Κι απ’ την αρχή η πρωταγωνίστρια φαίνεται ισχυρή προσωπικότητα. Φαίνεται να χειραγωγεί την αδελφή της και τον γαμπρό της. Να τους οδηγεί με πίεση στον γάμο, να τους μανιπουλάρει στην τεκνοποιία, μέχρι να κάνουν τρία παιδιά. Ακόμα κι ο θάνατος της Rosa μοιάζει να χειραγωγήθηκε απ’ την Tula. Αυτή μίλησε πειστικά στην αδελφή της για την τύχη των παιδιών της, αν αυτή πεθάνει, όπως και έγινε. Κι έτσι ένας άβουλος Ramiro και τρία μικρά παιδιά βρίσκονται τελικά υπό την απόλυτη κηδεμονία, κυριολεκτικά και μεταφορικά, της θείας Tula. Στο τέλος μένει η θεία με πέντε ανίψια που τα μεγαλώνει σαν παιδιά της.

Στο πρόσωπο της Tula συναιρούνται ποικίλοι ρόλοι. Η παρθένος κοπέλα που συναντά τη στοργική μητέρα. Η αυστηρή και σοβαρή γυναίκα που αγαπάει τα ανίψια της ανυστερόβουλα. Η θεία που δεν θέλει να γίνει μητριά. Η κουνιάδα που φλερτάρει με τον ρόλο της συζύγου του Ramiro. Στο πρόσωπό της διασταυρώνονται κοινωνικοί ρόλοι. Η αγνότητα διαγκωνίζεται με τη μύχια σεξουαλικότητα. Ο περίκλειστος χαρακτήρας ισορροπεί με την ανάγκη για δόσιμο. Η θρησκευτικότητα κοντράρεται με την αιρετική σκέψη. Γράφει σε ένα σημείο ο Unamuno ότι η Tula είναι μια αγία που φτιάχνει γύρω της αμαρτωλούς. Ή μάλλον μια αμαρτωλή που προσπαθεί να φτιάξει αγίους! Sin and Sanctity. Η πρωταγωνίστρια είναι γεμάτη δύσκολες ισορροπίες και εσωτερικές αντιφάσεις. Κι αυτό δημιουργεί μια τραγικότητα, που οδηγεί σε παράξενες αποφάσεις.

Το έργο έχει έντονα θεατρικά στοιχεία. Πολλούς διαλόγους, πολλές σκηνές, πολλά επεισόδια που καταλήγουν στον θάνατο. Προχωράει κλιμακωτά. Κι η δράση δεν είναι καθόλου αμελητέα, αφού συνεχώς γίνονται πράγματα. Όμως ο συγγραφέας μέσα από τη δράση οδηγεί τη σκέψη στον ψυχισμό των ηρώων του. Κι εκεί παίζεται το game.


Λίγες οι φορές που ένας κλασικός συγγραφέας με αφήνει σχετικά διστακτική. Ψυχικό βάθος στους χαρακτήρες αλλά και αίσθηση ενός κενού. Μαεστρία στον χειρισμό του θέματος αλλά και μια ταχύτητα. Το σημαντικότερο και μαζί το πιο συγκλονιστικό είναι η απουσία φυσικών περιγραφών και προσδιορισμών. Κλείνω λοιπόν το βιβλίο με την αίσθηση όλου του ψυχικού κόσμου της Tula. Η οποία ξεδιπλώνει όλες τις paternalistic επιδιώξεις της, τα θέλω και τα πρέπει σε κάθε της σκέψη ή λόγο. Κι ενώ δεν ξέρουμε τίποτα για την υπόλοιπη ζωή της, ούτε για το σπίτι, τη δουλειά, την κοινωνία, διερευνούμε μέχρι αγανακτήσεως με τις εμμονές της κάθε της ψυχικό παλμό. I cant stand her stubbornness. Δεν την μισούμε αλλά δεν την αγαπάμε κιόλας. Μένει κλεισμένη στα προσωπικά της πρέπει και καταπιέζει συχνά και τους άλλους.

> Ο Μιγκέλ ντε Ουναμούνο (Μπιλμπάο, 1864 - Σαλαμάνκα, 1936) υπήρξε Ισπανός μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ουμανιστής φιλόσοφος. Προερχόμενος από αστική καθολική οικογένεια, σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης και διορίστηκε καθηγητής αρχαίων ελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα (και πρύτανής του, μεταξύ 1900-1914 και 1930-1936). Το 1914 παύθηκε από τη θέση του, εξαιτίας της αντίθεσής του προς τη συντηρητική κυβερνητική πολιτική, αφενός, και των αμφιβολιών του σχετικά με τον βαθιά ριζωμένο στην Ισπανία καθολικισμό, αφετέρου, που εξέφραζε με τα έργα του. Το 1923 το δικτατορικό καθεστώς του Πρίμο ντε Ριβέρα τον εξόρισε στις Κανάριες Νήσους, απ' όπου διέφυγε στη Γαλλία, όπου έμεινε μέχρι την πτώση της δικτατορίας του Ριβέρα, το 1930, για να επιστρέψει μετά στο Πανεπιστήμιο. Μοντερνιστής, μέλος της λεγόμενης "Γενιάς του 1898" (μαζί με τους Αντόνιο Ματσάδο, Αζορίν, Πίο Μπαρόχα, Ραμόν δελ Βάλλιε-Ινκλάν, κ.ά.), ο Ουναμούνο θεωρείται από τους σημαντικότερους Ισπανούς συγγραφείς του 20ου αιώνα. Το έργο του απεικονίζει την πάλη ενός ανθρώπου που θέλει αλλά δεν μπορεί να πιστέψει στον Θεό και, ταυτόχρονα, δυσπιστεί απέναντι στην επιστήμη και στη λογική. Το πιο γνωστό του μυθιστόρημα, "Άμπελ Σάντσεθ: Μια ιστορία πάθους", μια σύγχρονη εκδοχή της ιστορίας του Κάιν και του Άβελ, αποτελεί μια ανατομία του φθόνου. Στο δε μυθιστόρημά του, "Καταχνιά", ο ήρωας του έργου εξεγείρεται κατά του συγγραφέα ο οποίος σχεδιάζει να τον θανατώσει, όπως ακριβώς ο καταδικασμένος σε θάνατο άνθρωπος εξεγείρεται κατά του Θεού για τη μοίρα του.
Πατριάρχης Φώτιος